silence

silence


A certain invisible ray
or ultraviolet light.
Though it
I see your gigantic fallacy shining,
becoming a blossom that invites a butterfly.

Fallacy! What a womb of blessing.


( Ko Un)

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Jeong

 
Μετά την τρίτη απανωτή ταινία της ημέρας γυαλιά και μάτια γίνονται πολτός. Αυτά που βλέπεις να πετούν μέσα στο δωμάτιο δεν είναι μυγάκια, αλλά τα βιολογικά τιμήματα από τις οπτικές κακώσεις. Θες να πετάξεις τον υπολογιστή από το παράθυρο. Αλλά αν τον πετάξεις, ξέρεις ότι ίσως μετά θα χρειαστεί να  τον ακολουθήσεις κάπως κι εσύ. Έτσι στρώνεις με τα δάχτυλα δήθεν αφηρημένα τα μαλλιά σου και κατηγοριοποιείς τις τόσες ταινίες στο καλαθάκι με τις βελόνες του νου εν είδει εργόχειρου, ας πούμε αυτή που δείχνει την Τζέην Φόντα εκατονεικοσιέξι χρονών να φοράει τζιν εικοσάχρονης, αυτή που δείχνει την εντελώς νεκρή Ελίζαμπεθ Τέυλορ να επιτίθεται σαν εξαγριωμένος πάνθηρας στον εντελώς  μεθυσμένο από χολή Ρίτσαρντ Μπάρτον,  αυτή που δείχνει την κουρεμένη Σαρλίζ Θερόν να κουτουλιέται οδηγώντας σα δαιμονισμένη νταλίκες στην έρημο μαζί με εκείνον τον απίθανο Τομ Χάρντι, απίθανο όμως στο Drop, αυτή που δείχνει τη βασιλική μητέρα Γκονγκ Λι  να πετάει στον αέρα το μαυροπράσινο δηλητήριο που την ποτίζει ο αυτοκράτορας σύζυγος της, αυτή που δείχνει την αέρινη Ζαν Ζιγί να κλωτσοχτυπιέται χορεύοντας θανάσιμο κουνγκ φου με τον Τόνι Λεούνγκ, αυτή που δείχνει την σκαιά πεθερά Κριστίν Σκωτ Τόμας με σκληρές γωνίες στο πρόσωπο να παλεύει μόνη της τις πορσελάνινες ευαισθησίες της στη γαλλική αντίσταση. Αυτές μούρχονται στο νου τώρα. Φτάνουν. Οι ταινίες συντροφιάς και οι κινηματογραφικές περσόνες συντροφιάς, όπως και οι σκύλοι συντροφιάς, μπορούν να αφηγηθούν όλα τα προ-παιγμένα δράματα που περιέχει η ζωή, και όλα όσα μπορεί να κατηγοριοποιήσει ο νους σε κουτάκια πριν αδειάσει επιβιωτικά από αφηγήσεις, και ανεμίσει κενός σε δυο τρεις αφηρημένες και μηχανικές πια χειρονομίες εσωτερικού χώρου. Η συντροφιά ωστόσο παραμένει μια θαυμαστή βεβαιότητα εσωτερικού κι εξωτερικού χώρου, μια εξαιρετικά εύθραυστη κι αμετάφραστη βεβαιότητα, όπως ακριβώς αμετάφραστη είναι και η ασιατική λέξη "τζεόνγκ". Που είναι μεν λέξη χαμένη στη μετάφραση, αλλά και στην προφορά της, καθώς και τα σύμφωνα και τα φωνήεντα της ακούγονται σαν βότσαλα απροσδιόριστης ηχητικής συχνότητας: τσονγκ, τσεονγκ, τζονγκ, τζεόνγκ, όλα ένα ορθοφωνικό ασιατικό δράμα επίσης.

"Σε αυτό το ασιατικό "τζεόνγκ" έχουμε βυθιστεί", μου γράφει η Λου από τη Μόσχα, "κι αλλοίμονο μας αν πάψουμε να αναγνωρίζουμε στις ταινίες συντροφιάς το δέσιμο μας μέσα στο "τζεόνγκ", και τρισαλλοίμονο μας αν μείνουμε να αφηγούμαστε μονάχα με λογικά επιχειρήματα την όποια μιζέρια μας."

Τι λογικά, Λου;  Λογικά σε πλησιάζει κι ο θάνατος και στα ξεκατινιάζει όλα, και τη λογική, και τα επιχειρήματα, και τις αφηγήσεις, και όλη την κομπανία του λόγου. Η λογική, λοιπόν, ας ασχοληθεί ουσιαστικά με τον θάνατο και να κοιτάξει πώς θα τα βγάλει πέρα με κάτι πραγματικά επάξιο της.
Αλλά τι είναι αυτό το χαμένο στη μετάφραση "τζεόνγκ";

Θα ήταν η χαρά της αποδόμησης αν ήταν κάπως πιο προσβάσιμο στη δυτική σκέψη. Αλλά δεν είναι. Αντιθέτως. Στην κινεζική, την ιαπωνική αλλά και την κορεατική γλώσσα το jeong  δηλώνει ένα μοναδικό ασιατικό πολιτισμικό συναίσθημα δόμησης της ενότητας και της αρμονίας, ένα συναίσθημα εσωτερικού κι εξωτερικού χώρου. Υπάρχουν άραγε συναισθήματα εκτός καρδιάς, συναισθήματα εξωτερικά; Στους πολιτισμούς της Ασίας υπάρχουν. Είναι "τοπικά" συναισθήματα. Είναι τα συναισθήματα που αναπτύσσονται και "έξω" από το άτομο, μέσα σε ένα τόπο, στον τόπο της οικογένειας, στον τόπο της κοινωνίας, στον τόπο της πατρώας γης, στον τόπο του σύμπαντος. Jeong σημαίνει ανθρώπινη φύση, καρδιά, συναίσθημα, αγάπη, φιλία, συμπόνια, αφοσίωση, στοργή, σχέση, δεσμός, συντροφιά, όλα αυτά μαζί. Ένα κοινοτικό συναίσθημα, όπως το ελληνικό "φιλότιμο". Όχι εντελώς άσχετο σε σημασία κι αυτό, αλλά ακόμα δύσκολα μεταφράσιμο. Κάποτε θυμάμαι πώς συζητιόταν αν μπορεί να μεταφραστεί επακριβώς η λέξη φιλότιμο σε μια ξένη γλώσσα. Το κάποτε αυτό αντιστοιχούσε σε εποχές που η τεχνολογία και η πληροφορία, τα ταξίδια και οι πολιτισμικές επαφές ξεχείλωναν τα όρια του ελληνικού θαυμασμού  μέχρι τον τοίχο της ευρωπαϊκής γειτονιάς, γιατί λίγο πιο έξω ζούσαν μόνο οι "άνθρωποι συντροφιάς", αυτοί των ταινιών και των ντοκιμαντέρ, οι μάο-μάο, οι καουμπόηδες, οι Απάτσι,  οι Εσκιμώοι και οι Κινέζοι - όλοι οι Ασιάτες ήταν οπωσδήποτε Κινέζοι.  Πώς να γνωρίζουν αυτοί τι σημαίνει "φιλότιμο"; (Συχωριανοί μας ήτανε εξάλλου;)


Το jeong λοιπόν, είναι αυτό το τοπικό/κοινοτικό ασιατικό συν-αίσθημα που γεννιέται, αφομοιώνεται και μοιράζεται χωρίς καμιά λογική επικύρωση, αλλά ρέοντας με το ρεύμα του συλλογικού συνειδητού και ασυνειδήτου, και οι σύγχρονοι Ασιάτες αγγίζοντας τα σύνορα της ψυχαναλυτικής ορολογίας το ερμηνεύουν σαν ροή από την ευχαρίστηση στην αγκαλιά της μητέρας μέχρι την αφοσίωση στους κόλπους της ασιατικής εταιρείας, που επί αιώνες ρέει και διαχέεται συνεχώς κι ανεμπόδιστο σε ολόκληρο το πλέγμα των ανθρώπινων σχέσεων της ασιατικής κοινοτικής ζωής, διαποτίζει βαθιά την επιφάνεια του εγώ και λεπταίνει σταδιακά την σκληρή υφή της μέχρι το εγώ να επιτρέψει στο jeong να την διαπεράσει με τη μορφή του αγαπώμενου Άλλου,  και τελικά να καταφέρει να πάρει μορφή η "εν σχέσει" ταυτότητα του εαυτού, η ατομικότητα ζυμωμένη με τον άλλο, με την ομαδικότητα. Ο άλλος, οι άλλοι, γίνονται κομμάτι του εαυτού, ο φυσικός αυτός δεσμός γίνεται ο ανοικτός δεσμός με τη φύση και το σύμπαν, και η ενότητα όλων ανοίγει τελικά διάπλατα και φωτίζει τη μυστική αρμονία του κόσμου. Εσωτερικά είναι ζεστασιά το jeong, είναι κοινό ξεπέρασμα μιας δύσκολης καμπής της ζωής, είναι κοινό κατόρθωμα, είναι υποστηρικτική επιβίωση, είναι το μαζί. Γι αυτό μετά από κάθε σχέση που για κάποιους λόγους αποσυνδέεται η ατομικότητα και ο δεσμός σπάει, ακολουθεί ένας ψυχικός ακρωτηριασμός, μια ψυχική αναπηρία, ένα αφόρητο πένθος της χαμένης πληρότητας του φυσικού εαυτού, μια χαμένη δυνατότητα αρμονικής κοινής ροής, μια φυσική ανωμαλία. Αλλά το ακρωτηριασμένο εξωτερικά jeong μένει στον εσωτερικό χώρο της ψυχής ζωντανό. Δεν χάνεται, δεν πεθαίνει, απλώς ζει τραυματισμένο στο σκοτάδι. Το jeong δεν απολογείται, ούτε χρεώνεται. Ρέει όπως το αίμα στην εσωτερική αιμορραγία, και πενθείται σιωπηλά και απόλυτα.  Με αυτό το πολιτισμικό πένθος ενηλικιώνονται ταχύτατα πλέον οι παραδοσιακοί ασιατικοί λαοί και προσγειώνονται απομαγεμένοι  στην πίστα της δυτικής λογικής (και υπολογιστικής).  Αυτό το jeong γίνεται ίσως ακόμα δημόσια εμφανές μόνο σε μαζικές τελετές, σε μαζικές εκδρομές, σε μαζικές συναντήσεις και συνεστιάσεις, σε μαζικά καραόκε και μαζικά μεθύσια, σε πολύμορφες μαζικές εκδηλώσεις φυσικής οικειότητας και υποστηρικτικότητας στην Ασία, και φαντάζει  τραγικό και βίαιο θέαμα στην ακρωτηριασμένη του σύγχρονη εκδοχή συγκρινόμενο με την απαστράπτουσα δυτική έννοια της ανεξάρτητης ατομικότητας. Ωστόσο η δυτικοποίηση των ασιατικών κοινωνιών το μεταλλάσσει ταχύτατα, σήμερα τα "ατομικά δικαιώματα" είναι το κυρίως ανθρώπινο αιτούμενο των πολιτισμών της προόδου και συνώνυμα της ελεύθερης εξέλιξης και της ανεξαρτησίας του σύγχρονου ατόμου, ενώ το jeong παραμένει το παλιό άρωμα στο μπουκάλι της ασφυκτικής ιεραρχικής παράδοσης, το δολοφονικό αυτό άρωμα που οδηγούσε κάποτε στο χαρακίρι, αλλά και σήμερα στο δράμα του σχιζοφρενικού ψυχικού εκ-τοπισμού.

Γιατί λοιπόν, Λου, πάσχουμε από το jeong;



Μήνες νωρίτερα, στο κατάμεστο μετρό, μια ταλαιπωρημένη γυναίκα με τεράστια ψάθινη τσάντα και τραχύ πανωφόρι σπρώχνεται ανελέητα και σωριάζεται στη θέση δίπλα μου, ανοίγει μια πλαστική σακούλα, ξεχύνεται παντού η βαριά μυρωδιά του τζίνσενγκ, τραβάει από το νάυλον τρεις πλυμένες ρίζες και μου τις προσφέρει, φωτίζει το πρόσωπο της όταν με βλέπει να τις παίρνω και να τις μασουλώ, μασούσαμε ρίζες μέχρι να κατεβούμε, μας έριχνε λοξές ματιές ο κόσμος λίγο χαζεμένος και σχεδόν ένοχος που κανονικά έπρεπε να κοιτάει ευλαβικά το κινητό του και μόνο. Jeong. Πριν μια βδομάδα περιπλανιόμουν πάλι μονάχη στους δρόμους της πόλης, ζέστη υγρή κι αφύσικη για την εποχή, χώνομαι ιδρωμένη σε ένα πολύ στενό σοκάκι με φαγάδικα στη σειρά, οι ατμοί απίστευτα πνιγηροί, μου φαίνεται ότι μυρίζει βραστό γουρούνι ή βραστό σκυλί,  μούρχεται μια αναγούλα, κρατιέμαι από κάτι κάγκελα να μη σωριαστώ χάμω, θέλω και να καπνίσω έστω και λιπόθυμη εδώ που επιτρέπεται, σκύβω κι ανάβω τσιγάρο, σταματάει έκπληκτη πίσω μου μια ηλικιωμένη λαϊκή γυναίκα με στραβοπατημένα παπούτσια, με κοιτάει αποσβολωμένη σαν να βλέπει τον εξωγήινο, παρατηρεί μια τα μάτια μου μια το τσιγάρο, τελικά χαμογελάμε η μια στην άλλη, δεν έχει όλα της τα δόντια, ούτε κι εγώ ποντάρω στη χάρη των δικών μου, λίγο κοντοστέκεται αμήχανα, βγάζει μετά από την τσάντα της ένα μικρό κουτάκι χυμό λίτσι και μου τον προσφέρει, παίρνω το κουτάκι, της υποκλίνομαι και την ευχαριστώ σιγανά, εκείνη μου χαϊδεύει το χέρι κι απομακρύνεται αργά. Jeong.

"Περιπλανήθηκα μεθυσμένη από jeong για ένα και μοναδικό μαγικό βράδυ στο Βελιγράδι μετά από ένα συνέδριο," συνεχίζει η Λου, "και ήσουν κι εσύ μαζί μας, ήμασταν πάλι κι οι τρεις συντροφιά. Θυμάμαι τις βόλτες μας στους βουνίσιους ναούς και στα ντότζο με τα σπαθιά μας, θυμάμαι τις καυτερές γεύσεις και τις κοφτερές ματιές, θυμάμαι τότε που οι μεταξωτές μας μπλούζες μούσκευαν από τους μουσώνες και τις θερμές λαχτάρες μας, τότε που ζούσαμε διαπερασμένες κι εμείς από το jeong τόσα χρόνια πια εκεί πέρα. Δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ έτσι. Νομίζω ότι θα πάσχουμε πια ανεπανόρθωτα από jeong κάθε φορά που θα αποχωριζόμαστε κάποιον που αγαπάμε και μας αγαπά. Έχεις καταλάβει ότι ακόμα είσαι εδώ, και εκεί, γιατί ζεις ακόμα μέσα στην καρδιά του jeong;"


Εδώ.
Στις ειδήσεις αναφέρονται συνέχεια νέα θύματα της επιδημίας του MERS και επισημαίνεται η  κρίσιμη σημασία του πλυσίματος των χεριών και της κάλυψης του προσώπου με μάσκα. Οι δημόσιες συγκεντρώσεις ακυρώνονται και συνιστάται περιορισμός της χρήσης των μέσων μαζικής μεταφοράς. Χιλιάδες σχολεία έχουν κλείσει, και γίνεται ηλεκτρονικός εντοπισμός του πυρετού στα αεροδρόμια. Μας προετοιμάζουν για πιθανή ταλαιπωρία καραντίνας αν και όταν ταξιδέψουμε.
Αλλά θα ταξιδέψουμε, το γνωρίζουν.

Βράζω νερό για το βραδινό τσάι και ετοιμάζομαι να απαντήσω στη Λου.
Είμαι σίγουρη όμως ότι ό, τι κι αν της γράψω ή δεν της γράψω, το ξέρει ήδη.
Ξέρουν κι άλλοι.
Συμβαίνει αυτό.
Αυτό είναι το jeong.
 

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Στο συνεργείο





Μετά από επτά μήνες εγκατάλειψης και εσωστρεφούς ακηδίας πήγα επιτέλους το αυτοκίνητο μου στο συνεργείο. Ο ιδιοκτήτης ήταν πατρικός και αισιόδοξος. Με ρώτησε ευγενικά τι επιθυμώ να διορθώσει, καθώς κοίταζε πίσω στο πορτ μπαγκάζ ένα μικρό πλαστικό πιγκουίνο να κείτεται πάνω σε ξεφτισμένες ψάθες θαλάσσης γεμάτες άμμο. Του εξήγησα μονολεκτικά το εποχικό οξύμωρο, του άφησα με εμπιστοσύνη το ερείπιο, και επέστρεψα στο σπίτι μου με τα πόδια, διαδρομή μεγάλη και βαρετή. Όταν πήγα να το παραλάβω αργά το απόγευμα, το συνεργείο ήταν περιέργως γεμάτο γυναίκες που παραλάμβαναν κι αυτές τα αυτοκίνητα τους, και φαίνονταν δειλά αισιόδοξες, τόσο ώστε έφτιαχναν μια ωραία ατμόσφαιρα στο μουντό και σκοτεινό εργασιακό χώρο με τα τρομακτικά μηχανήματα, τους κρότους της κόλασης και τα γράσα. Πλήρωσα με αισιοδοξία τον αστρονομικό λογαριασμό και ένας αισιόδοξος νεαρός με φόρμα προσφέρθηκε να μου φέρει το αυτοκίνητο μέχρι την είσοδο. Μπήκα στο βρώμικο αυτοκίνητο μου, που είχε μια άλλη συμπεριφορά στην οδήγηση, σαφώς πιο αισιόδοξη και πιο επιθετική. Η ατμόσφαιρα εντός του οχήματος είχε επίσης εμφανέστατα αλλάξει μετά τις κρυφές επιδιορθώσεις. Ο πλαστικός πιγκουίνος του πορτ μπαγκάζ ανασήκωθηκε δειλά και κρυφοκοίταζε από μια καθαρή γωνιά του βρώμικου τζαμιού τον έξω κόσμο αισιόδοξα. Μετά τυλίχτηκε ξανά στις ξεφτισμένες καλοκαιρινές ψάθες και έπεσε και πάλι τ' ανάσκελα. Επειδή δεν χρησιμοποιώ ποτέ το ηχοσύστημα μέσα στο αυτοκίνητο, άναψα το καλοριφέρ, που βρυχάται ωραία, ώστε να έχουμε και ήχο. Ανοιχτήκαμε στην άσφαλτο σαν ξένοιαστοι καβαλάρηδες και από το μισάνοιχτο παράθυρο έβγαινε ο καπνός του τσιγάρου κι έμπαινε ο καπνός της αιθαλομίχλης. Ξαφνικά όλα στον κόσμο έμοιαζαν καλύτερα μετά το συνεργείο. Αυτό μπορεί να οφείλεται και στο ότι στην πραγματικότητα το ουσιαστικό έργο στο συνεργείο δεν επηρεάζεται από τις εποχές και τις κρίσεις. Όλα τα όντα από κει μέσα, ό, τι κι αν γίνεται απέξω, βγαίνουν πάντα ανακαινισμένα και πιο επιθετικά. Κι αυτό οπωσδήποτε τονώνει την ενεργητικότητα και την αισιοδοξία. Νομίζω ότι θα πρέπει να μη βαρυγκομώ κάθε φορά που πρέπει να πάω στο συνεργείο. Αλλά αυτό πάντα το ξεχνώ. Και αντ' αυτού γκρινιάζω παθητικά και ηλίθια. 

Φτάνοντας στο σπίτι μου πάρκαρα πίσω από ένα κάδο απορριμάτων και άνοιξα το πορτ μπαγκάζ. Όρμηξε μέσα το κρύο, ο πλαστικός πιγκουίνος φτερνίστηκε, πετάρισε λίγο τα ξεφούσκωτα φτερά του, πήδηξε χαρωπά στα χιόνια του πεζοδρομίου κι εξαφανίστηκε στα πλαίσια της εποχής του. Κοίταξα αισιόδοξα τις ξεφτισμένες καλοκαιρινές ψάθες, τις μάζεψα μαζί με την άμμο και τις πέταξα στα σκουπίδια. Μετά ανέβηκα σπίτι μου για να ακούσω αισιόδοξα τις πολιτικές ειδήσεις. Που θα τις άκουγα έτσι κι αλλιώς με αισοδοξία, αλλά με πιο λοβοτομημένη αισιοδοξία αν δεν είχα πάει στο συνεργείο. Κι αν ο τεχνίτης εκεί δεν μου έλεγε την πραγματική αιτία που είχε σχεδόν καταστραφεί το κλειδί του αυτοκινήτου, κι η κλειδαριά ολόκληρη, κι ολόκληρο το παράθυρο και η πόρτα του συνοδηγού, δηλαδή είχε σχεδόν καταστραφεί ολόκληρη η εξαιρετική δυνατότητα του να μη συνεχίσω να οδηγώ α-νόητα και ά-χαρα και α-διάφορα μόνη μου στις ανοιχτές λεωφόρους χωρίς "κλειδωμένες" συνθήκες:
" Προσπάθησαν να σας παραβιάσουν την πόρτα του συνοδηγού".
 Έτσι.
Του συνοδηγού η πόρτα τους πείραξε κλειδωμένη.
Του ετέρου.
Του εταίρου.

Ε, γι αυτό δεν είναι εντελώς ασήμαντο ότι στο σκοτεινό και γρασιασμένο συνεργείο δομείται μεν ταπεινά, αλλά υποστηρίζεται επαναστατικά και μέσα στους κρότους της κόλασης η αισιοδοξία της ελεύθερης κίνησης των αιχμαλώτων και κεκοπιασμένων εκ της φθοράς (για να μην πω κι η αξιοπρέπεια, και βγω εκτός θέματος).




Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

"Πάντα κόνις..."



Καίει το χαλίκι, και, όπως δεν βλέπω καλά, απομακρύνομαι στα τυφλά από το πλήθος των αβρώς πενθούντων φίλων, πατάω τα νερά των πλυμένων τάφων και τα χώματα των "βγαλμένων", και πάω λίγο παρέκει και βρίσκω λίγο ανθρώπινο γαλάζιο παρελθόν, πρόσφατα αναπαυμένο, και υποθέτω πλέον κανονικά "κόνις, τέφρα, και σκιά", όπως μας υπενθύμισε νωρίτερα μέσα στο ναό και ο ιερός υμνωδός. Γίνεται το γαλάζιο "κόνις";  Σιωπή. Μετά επιστρέφω και ξανασμίγω με τους ανθρώπους, και είναι καλά, όλοι οι παλιοί αγαπημένοι φίλοι ψάλλουν το "Χριστός Ανέστη", είναι ντάλα Ιούλης στην Ελλάδα, και μέρα σημαδιακή, στο κυλικείο πίνει σεμνά δίπλα μου καφέ η παλιά μας σοφή δασκάλα, με ασημένια μαλλιά και μυαλό ξουράφι, με προσκαλεί να γυρίσω επιτέλους πίσω, μου μιλάει για όλες τις hardcore ευκαιρίες ψυχικής επιβίωσης που υπάρχουν τώρα στην πατρίδα (που θα μπορούσαν  να δελεάσουν και έναν Ρεμπώ να επιστρέψει, εδώ που τα λέμε), αλλά ας μην υπερβάλλουμε, πάντα προηγείται της βέβαιης πλάνης μια θανατηφόρα Χαράρ, αν απαρέγκλιτα επιθυμείς να προχωρήσεις στην ουσία. 

Και έτσι, με στυμμένο νου και καταϊδρωμένη αγωνία, κηδέψαμε ένα ακόμα αγαπημένο πρόσωπο από τα χρόνια της αθωότητάς μας. Ω, πόσο τα λευκά κρίνα διατηρούν το γλυκό άρωμά τους στις ελληνικές κηδείες το κατακαλόκαιρο, και, ω, πόσο τίποτε δεν αλλάζει που έχουν πικρό άρωμα αλλού τα λευκά χρυσάνθεμα. Και αυτοί που ακόμα αναμένουν κάτι από τα πνιγμένα παιδιά τους στις ακτές της Κίτρινης Θάλασσας, κι αυτοί που εδώ αναμένουν με λευκά κρίνα τον παράδεισο, κι αυτοί που δεν αναμένουν τίποτε ντυμένοι αγέρωχα το πράσινο βελούδο μιας κουρτίνας, μόνοι κι απροετοίμαστοι εισπνέουμε όλοι μας τη σκόνη του "αύριο είναι μια άλλη ημέρα".



Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Fallacy 2 - The Dawn




"To fill a Gap
Insert the Thing that caused it -
Block it up
With Other - and it will yawn the more - 
You cannot solder an Abyss
With Air."

(Emily Dickinson - C.1862)











Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Enjoy the Silence




http://www.mymodernmet.com/profiles/blogs/riusuke-fukahori-goldfish-salvation





Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

A Nation in Despair
























 








































(Από την κορεατική τηλεόραση)










Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Ανοικτό Πουθενά.







......................................................................
"Στη Δημιουργία πάντοτε στραμμένοι, βλέπουμε
μόνο μιαν αντανάκλαση εκεί ελευθερίας,
από εμάς συσκοτισμένη. Ή πώς ένα ζώο,
έτσι βουβό, ήρεμα στα μάτια μας κοιτά, πέρα για πέρα.
Τούτο σημαίνει μοίρα: να στέκεσαι απέναντι
και τίποτε πέρα από αυτό μα πάντοτε απέναντι.

Αν το ζώο, που με σιγουριά μας πλησιάζει
αλλού κατευθυνόμενο, είχε τη δική μας
συνείδηση, βιαίως θα μας παρέσερνε
στο δρόμο του. Μα για το ίδιο η ύπαρξη του
είναι απεριόριστη, ασύλληπτη, δίχως άποψη
της κατάστασης του, καθαρή σαν τη θέα του.
Κι όπου το μέλλον εμείς βλέπουμε, εκεί βλέπει το παν
και τον εαυτό του μες το παν, για πάντα λυτρωμένο.

Κι όμως στο ζεστό κι άγρυπνο ζώο ενυπάρχει 
το βάρος και η έγνοια μιας απέραντης θλίψης
Αφού και σ' αυτό πεισματικά επιμένει ό,τι εμάς 
συχνά καταβάλλει: η ανάμνηση εκείνη,
πώς ήταν κάποτε αυτό που τώρα αναζητούμε
πιο κοντά, πιο αληθινά, και δίχως τέλος τρυφερό
στην ανταπόκρισή του. Εδώ όλα είναι απόσταση, 
εκεί ήταν πνοή. Μετά την πρώτη πατρίδα
η δεύτερη διχασμένη μοιάζει κι ανεμόδαρτη."


(Rainer Maria Rilke, Οι Ελεγείες του Ντουίνο, απόσπασμα από την Όγδοη Ελεγεία, μετάφραση Σωτήρης Σελαβής)



Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Η απόσταση και το φρέαρ




Ο ταξιτζής φρενάρει στην είσοδο του νοσοκομείου επί της λεωφόρου. "Να μπω μέσα;" με ρωτά. "Όχι, ευχαριστώ, θα περπατήσω" του λέω. Είναι σκοτεινά πια, έχει βρέξει, το μαύρο χώμα μυρίζει όμορφα. Το νοσοκομείο είναι μέσα στο δάσος. Το επισκεπτήριο ωράριο του είναι χαλαρό. Η επιλογή της επίσκεψης ξαφνική. Ο φύλακας στην είσοδο μου λέει ότι για να βρω το σωστό νοσοκομειακό κτήριο πρέπει να ακολουθήσω σταθερά την μπλε γραμμή πάνω στην άσφαλτο.  Μετά βίας τη διακρίνω μέσα στα σκοτάδια, αλλά λόγω εφημερίας τα ασθενοφόρα καταφθάνουν το ένα μετά το άλλο στα επείγοντα και φωτίζουν το δρόμο,  έτσι ακολουθώντας πιστά την μπλε γραμμή τελικά απομακρύνομαι από τα επείγοντα και οδηγούμαι προς τα αργά και αναπόφευκτα. Περπατώ αγχωμένη πάνω στην μισοσβησμένη  μπλε γραμμή. Είναι μακριά τελικά, και τα σκοτάδια πυκνώνουν, επιτέλους φαίνεται στο βάθος ένα παλαιό οικοδόμημα, πηγαίνω προς την φωτισμένη του  είσοδο. Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι με χειρουργικές μάσκες στο πρόσωπο, για μια στιγμή μου φαίνεται ότι βρίσκομαι στον άλλο τόπο μου, εκεί που οι μάσκες φοριούνται και από τους υγιείς και από τους αρρώστους, και παντού. Δεν σκέφτομαι όμως τίποτε άλλο γι αυτό, μόνο τα άσχετα, για παράδειγμα μια σπανακόπιτα που τυλιγμένη σε μια χάρτινη σακούλα και ριγμένη μέσα στην τσάντα μου μπορεί να λαδώσει τα καινούργια μου βιβλία και τα τσιγάρα μου. Τα οποία τσιγάρα μου ξαφνικά δεν θέλω να τ' αγγίξω σε αυτόν τον χώρο. Του συγκεκριμένου νοσοκομείου. Με το συγκεκριμένο δυναμικό. Με τα συγκεκριμένα συγκρουσιακά φορτία του παρελθόντος. Και του παρόντος. Με τη συγκεκριμένη απότομη ελάττωση απόστασης από τα αντιληπτά και τα εξηγήσιμα. Με τη συγκεκριμένη ύψιστη ανομοιογένεια μέσα στο πεδίο "ζωή". Διότι αν τα αγγίξω τα τσιγάρα μου εδώ και τώρα, έτσι απλά, αυτή η ελάχιστη επαφή μπορεί ξαφνικά να διπλώσει όλο τον κόσμο σαν φάκελο, να τον γουβιάσει σαν ρήγμα, σαν ένα χωροχρονικό πηγάδι μέσα στο οποίο υποχρεωτικά θα αυτοκατακρημνιστώ και θα σκάσω στον πάτο του σαν ένας μικρός χωμάτινος σβώλος. 
Εκτός κι αν...

Το επόμενο πρωινό η ζωή κανονικά συνεχίζεται, αφού οι προσδοκίες της επικράτησης των εξαιρέσεων χονδροειδώς και κανονικότατα και πάλι αναιρούνται.
Κατακρημνίζονται για την ακρίβεια.
Τηλεφωνώ με το θάρρος του χαμένου στον ειδικό για τις εν γένει κατακρημνίσεις στη φύση.
"Πώς το λένε αυτό το όριο που εκεί τα πράγματα παύουν πια να υπακούουν στους γνωστούς νόμους της φυσικής και ένα σύστημα ξαφνικά καταρρέει;" ρωτώ.
"Ωχ, ποια πράγματα πάλι;" μου απαντά ο ειδικός για τις κατακρημνίσεις στη φύση καθώς χασμουριέται βαριεστημένα.
"Ξέρω κι εγώ, πώς να το πω; Τα πράγματα, οι καταστάσεις, οι δυνάμεις, οι ελκτικές δυνάμεις, αυτά που κρατούν κάτι ισόρροπο κάπου, μέσα σε ένα  χώρο, μέσα στο χρόνο. Κάπου τελοσπάντων αντιληπτά υπαρκτό υπό μια μορφή"
"Στα πεδία, εννοείς; Σε ποια πεδία όμως;"
"Ξέρω κι εγώ, ρε παιδί μου; Τι πεδία; Εντάξει, ας πούμε κάτι στο όριο ενός αντιληπτού πεδίου."
"Στην κλασική φυσική ή στην κβαντομηχανική;"
"Λέγε μου και για τα δυο. Αργά, να τα γράφω, να τα σκεφτώ μετά με την ησυχία μου"
Γέλια. 
Πικρά κι από τις δυο μεριές.
Για άσχετους λόγους.

"Απλά και κατανοητά γίνονται οι αλλαγές των ελκτικών δυνάμεων στα κλασικά βαρυτικά πεδία,  όπου η βαρύτητα είναι δεσπόζουσα.  Αυτά κλασικά ισχύουν στα "βαριά" πράγματα, στα χονδροειδή αισθητά, πώς να στο πω πιο απλά; Η έλξη εξαρτάται από την απόσταση, κι όσο περισσότερο αυξάνει η απόσταση, τόσο φυσιολογικά η έλξη σταδιακά χαλαρώνει, φθίνει, και φυσιολογικά στο τέλος χάνεται. Τέρμα. Πάπαλα.
Αλλά σε περιβάλλοντα πολύ μικρών ή πολύ μεγάλων διαστάσεων, ας πούμε σε "περιβάλλοντα πλάσματος" ή "περιβάλλοντα σύμπαντος", η ανομοιογένεια γίνεται δεσπόζουσα, μια απότομη ελάττωση της απόστασης μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω στην έλξη, γιατί ένα ελάχιστο κάτι εκεί έχει τρομακτική βαρύτητα, τέτοια που μπορεί να παραμορφώσει τον χώρο και τον χρόνο, αφού πρώτα έχει δημιουργήσει ένα φαινόμενο τύπου "φρέατος δυναμικού", ωχ, πώς να στο πω πιο απλά, σαν ένα μικρούλι, ένα ελάχιστο σωματίδιο, αλλά με τεράστιο βάρος να πέσει μέσα στο ελαστικό σεντόνι του χωροχρόνου. Εκεί θα δημιουργήσει ένα βαθύτατο πηγάδι, μια σημαντικότατη παραμόρφωση του χωροχρόνου, μια απρόβλεπτη ανατροπή, όπως μια στιγμή μπορεί να οδηγήσει ένα υπέρλαμπρο άστρο - γίγαντα σε μια αποκαλυπτική ξαφνική έκρηξη του, κι ύστερα στη  απίστευτη συρρίκνωση του σε ένα μικρό άστρο - νάνο.  Μετά ό,τι έχει μείνει έχει μηδαμινό πια φορτίο, αλλά τρομακτική βαρύτητα."
"Φτάνει, ευχαριστώ"
Γέλια πάλι από την άλλη πλευρά του ακουστικού:
"Τι κατάλαβες εσύ τώρα;"
"Ότι πολύ αργά και χθαμαλά γίνονται οι ορατές αλλαγές,  οι χοντρά αντιληπτές αλλαγές, ότι μια χαρά τα τελειώνει όλα τα εν σχέσει πράγματα ο λογικός χρόνος και η λογική απόσταση, ώστε να μη χάνουν τον μπούσουλα οι βαριές και συντηρητικές, οι "παβλοφικές" αντιδράσεις μας στην ανομοιογένεια, να μην  ταλαιπωρείται κάθε χοντρό, βαρύ και αργοκίνητο σώμα, κάθε χοντρή, βαριά κι αργοκίνητη σκέψη. Αλλά σε άλλα πεδία και σε άλλες διαστάσεις η απόσταση λειτουργεί εντελώς μεταμορφωτικά, δηλαδή αποκαλυπτικά, μπορεί και να τα τινάξει όλα τα υπέρλαμπρα στον αέρα, καθώς αμέριμνα, να μην πω απερίσκεπτα, απολαμβάνουμε μια μοναδική, αιθέρια κι υπέρλαμπρη φωτοχυσία εγγύτητας, και ξαφνικά έρχεται η έκπληξη - έκρηξη, μετά αιφνίδια μια θεαματική αυτοκατακρήμνιση, και τελικά η συρρίκωνση ενός εντυπωσιακού αρχικά αξιοθέατου "κάτι" σε νάνο. Το κάτι - νάνος, αυτό το βαρύτατο ελάχιστο, έλκει  "μυστικά" πλέον αυτό, άλλα, άγνωστα πράγματα, με άλλους τρόπους, σε άλλους κόσμους, ανατρέπει τα πάντα, ανοίγει τα πάντα σε νέα πάντα, αλλά όλα αυτά δεν τα ξέρουμε σίγουρα, ούτε καν τα καταλαβαίνουμε ακόμα."
"Ωχ αμάν! Γι αυτό και καλά κάνουμε να μη μιλάμε άσχετα και χαζά γι αυτά."
"Μα τα βλέπουμε όλα αυτά να ισχύουν, τα νιώθουμε..."
"Φιλολογίες και μωρίες. Καλά ξεμπερδέματα." 
Γέλια πάλι.
Πάντα πικρά.
Πάντα για άσχετους λόγους.
Το τηλέφωνο κλείνει.

Και πάλι να, η ασαφής μπλε γραμμή στην άσφαλτο του νοσοκομείου.
Η έννοια της απόστασης μου φαίνεται άσχετη πια.
Ο χρόνος επίσης.
Η λογική βουβή.
Στην είσοδο επίφοβα ορατή μόνο η τρομακτική ανομοιογένεια.

Σκεφτόμουν το αβάσταχτο βάρος του ελάχιστου. 
Και την αβάσταχτη ελαφρότητα του πλείστου.
Πριν την αυτοκατακρήμνιση όλων στο φρέαρ δυναμικού.
 




Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

The Black Belt


  Tonight we celebrate the Black Belt in Haedong Kumdo with a famous Korean sijo poem 
by Admiral Yi Sun -Sin (1545-1598).




A moonlit night in Hansan Isle,
alone I sit on the lookout;
My big sword at my side,
I 'm immersed in deep cares;
A shrill note of pipe somewhere
severs my heart chords

(From the Classical Poetic Songs of Korea, 
 by Kim Dae-haeng and Lee Kyon-hee)




Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Ο λευκός τρόμος


 
- "Ευτυχώς, όταν θα ταξιδέψω σε δυο μήνες στην πατρίδα μάλλον δεν θα έχει κάτω από μείον σαράντα", μου λέει σήμερα στην εξώπορτα η σιβηριανή φίλη μου καθώς κοιτάμε το λευκό τρόμο απλωμένο έξω από το κατώφλι μας.
- "Ευτυχώς, ευτυχώς", της χαμογελώ με τρελό βλέμμα κι ανυπόκριτη απόγνωση.
 Τα πρόσωπα μας έχουν πρηστεί αφύσικα πάλι, και τα χείλη  μας έχουν σκιστεί και ματώσει από το ψοφόκρυο. Ακούγονται οι πάγοι που σπάνε ανατριχιαστικά καθώς περπατούν πάνω τους έντρομοι οι άνθρωποι, ωστόσο τα γενναία παιδιά με τις πλαστικές παντόφλες μιτσούκο στα γυμνά τους πόδια δε χαμπαριάζουν τίποτε,  πατινάρουν κεφάτα και ουρλιάζουν γλείφοντας παγωτά.
 
Τόσες ημέρες χιονίζει συνέχεια. Τόσες ημέρες οι πάγοι ψηλώνουν. Τόσες ημέρες κάθε έξοδος είναι μια πολύωρη περιπέτεια απερίγραπτου τρόμου, αλλά και ασυγκράτητου γέλιου με τούτο το παράλογο.
Ωστόσο οι παγωμένες ημέρες είναι ασφυκτικά γεμάτες και απαιτητικές. Το λάπτοπ τα 'φτυσε, και ύστερα ανασυντάχτηκε με επείγουσες χειμερινές ανανήψεις - αλλοίμονό του αν μου την κάνει σε περίοδο εξετάσεων.
-"Σας παρακάλεσα να μην τρώτε κάστανα και φιστίκια πάνω στον υπολογιστή σας" τόνισε όσο πιο ευγενικά μπορούσε ο πιωμένος τεχνικός.
Του προσφέρω ένα μανταρίνι - στο σπίτι δεν υπάρχουν παρά φύκια, μανταρίνια, κάστανα, λωτοί και μουστάρδα, πλίνθοι και κέραμοι της γεύσης -  πάντως είναι τρομερό να παρακολουθούν τη μπουκιά σου.
 
Η βαλίτσα τυπικά κατέβηκε.
Τα τασάκια τυπικά ξεχειλίζουν.
Τα παράθυρα παραμένουν τυπικά μισάνοικτα, δεν πάει να φτάσει στους μείον διακόσιους.
Τα χαμόγελα έπαψαν να είναι στυφά και αδύναμα.
Τα γέλια αντιθέτως ξανάγιναν, λόγω του ψοφώδους παράλογου, δυνατά και υγιή.
Έρχονται ξανά Χριστούγεννα.
Ακούγονται από παντού λιγωτικές αγιανύχτες και αναβοσβήνουν πολύχρωμα μισοβραχυκυκλωμένα λαμπιόνια.
Χοντροί χιονάνθρωποι χωρίς μάτια και μύτες στήνονται διακοσμητικοί μπροστά στις πορείες μας.
Τα παλιά ημερολόγια πάνε κατευθείαν για ανακύκλωση.
Τα πλυντήρια στο υπόγειο πλένουν σα δαιμονισμένα, όλοι θέλουν να αποχωρήσουν από εδώ παστρικά κι ωραία.
Και τα σπαθιά μας γυαλίστηκαν, άστραψαν μόλις άκουσαν ότι τελικά μπορεί να τους επιτραπεί να κόψουν κάτι, έστω κι εφημερίδες και αγγούρια.
Οι επίδεσμοι γύρω από τους σαραβαλιασμένους καρπούς των χεριών και των ποδιών μας  λύνονται, δεν έχει νόημα καμιά τσιρούτικη προστασία στους αγώνες με το παράλογο αυτού του χειμώνα.
Τα βράδια που περπατάμε προσεκτικά σαν αλεπούδες δίπλα στο δάσος, απόλυτα αφημένοι στο λευκό τρόμο, είναι καλά, γελάμε πια με την εικόνα μας.
Γελάμε με τα αποδυναμωμένα έλκη μας.
Είναι σαν να πάγωσε ο λευκός τρόμος όλα τα βακτήρια της μιζέριας.
Ο λευκός τρόμος που λυτρωτικά σκεπάζει τις ώρες μας στα λευκά κελιά και στις λευκές νύχτες.