A certain invisible ray
or ultraviolet light.
Though it
I see your gigantic fallacy shining,
becoming a blossom that invites a butterfly.

Fallacy! What a womb of blessing.

(Ko Un)

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Βουδουγεννιάτικα κάλαντα



Ο Μάστερ κυνηγάει ξυπόλητος ένα τεράστιο κουνούπι με μια βίτσα από μπαμπού. Είναι ένα κουνούπι με αφύσικα μεγάλα πόδια, μοιάζει σαν αράχνη. Του λέω "Θα το σκοτώσεις;" δεν μου απαντάει, πηδάει ξαφνικά στον αέρα, του δίνει μια βιτσιά, πάει το κουνούπι. Θυμάμαι μια παλιά νεανική ταινία, νομίζω το πρώτο Καράτε Κιντ, που ο μάστερ είχε σκοτώσει μια μύγα με τα τσόπστικς. 
Είναι βράδυ και κάνει ζέστη. Μερικά τέτοια μεγάλα κουνούπια μπαίνουν στα δωμάτια με φως τις ζεστές νύχτες που μετά φέρνουν βροχή. Κοιτάζω μια στιγμή έξω από το παράθυρο του ντότζο. Ησυχία στον σκοτεινό δρόμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν φύγει από την πόλη για το τριήμερο των Βουδούγεννων, λίγα παιδιά μόνο έχουν μείνει και περιφέρονται μεθυσμένα κάνοντας οκτάρια.

 Έχει ζεστή υγρασία. 
Ο Μάστερ, που βαριέται λίγο καθώς εμείς εξασκούμαστε ξεφυσώντας κι επαναλαμβάνοντας  μια δύσκολη άσκηση, μας βάζει για μουσική υπόκρουση σιγανά την "Αγια Νύχτα".
"Silent Night, Holy Night..."
Ανεβοκατεβάζουμε καταϊδρωμένοι τα σπαθιά μας και ακούμε το παράλογο.
Αύριο έχουμε επισήμως Βουδούγεννα.
"...all is calm, all is bright..."

 Δεν σκέφτομαι τίποτε από τη σημερινή ημέρα.
Η σκέψη σήμερα φόρτωσε κανονικά από το πρωί Αθήνα, Δαμασκό, Αθήνα, Αντίς Αμπέμπα, Αθήνα, Λονδίνο, Αθήνα, Πρετόρια, Αθήνα, Μαπούτο, Αθήνα, Όσλο, Αθήνα, Σεούλ, Αθήνα...
Φόρτωσε, και στη συνέχεια αναποδογύρισε δεόντως.
Τι παραπάνω μπορεί, λοιπόν, να κάνει μια αναποδογυρισμένη ακουστική πραγματικότητα σε μια καθημερινά επιμελώς αναποδογυρισμένη σκέψη; 




 Δεν θέλω ωστόσο να μάθω να σκοτώνω μύγες με τσόπστικς.
Θέλω να μιλήσω στον Μάστερ για την ολοκλήρωση του κύκλου του σπαθιού. Να του πω ότι αν μετά τη μάχη έχεις καταφέρει να χάσεις το φως σου, μετά είναι ένα πρόβλημα η τύφλωση, το να μη βρίσκεις στόχο με το βαρύ σπαθί στο χέρι.  Κι ότι έχει έρθει η ώρα της ανατρεπτικής ακινησίας. Και ότι γι αυτό θα αρχίσω μαθήματα τοξοβολίας. 

Αλλά ξαφνικά μετανιώνω και δεν του λέω τίποτε.
 Ο Μάστερ αμίλητος με κοιτάει βλοσυρά και με διαβάζει, κι επειδή έχω ξεχάσει τα γυαλιά μου,  κι επειδή καθώς σκύβω να φορέσω τις κάλτσες μου δε βλέπω παρά μια θολούρα, με πλησιάζει με τη βίτσα υψωμένη και μου δίνει ένα κομμάτι χαρτί τουαλέτας, από αυτά που κόβει στον αέρα με το σπαθί, για να καθαρίσω τα μάτια μου.

"Θα πάτε αύριο στο ναό;" ρωτάει στο τέλος.
Οι άλλοι του μιλούν για τα κοντινά ταξίδια που έχουν κανονίσει.
Μου ρίχνει μια ματιά.
"Όχι Μάστερ, θα μείνω και τις τρεις μέρες μέσα στο σπίτι", του λέω.
"Μμμ", μουγκρίζει εγκρίνοντας με τα φρύδια, και με μια βραχνή καληνύχτα ξαναχώνεται σέρνοντας τα φαρδιά του πολεμικά παντελόνια στο άδειο ντότζο.
Κατεβαίνουμε ιδρωμένοι τις σκάλες, ανοίγουμε τη γυάλινη πόρτα και βγαίνουμε στο υγρό σκοτάδι της αναποδογυρισμένης μαγιάτικης Παραμονής μαζί με τα τελευταία λόγια του γενέθλιου παράλογου:

"...Sleep in heavenly peace, Sleep in heavenly peace."



Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

The Sage Commander




SUN TZU SAID:

One hundred victories in one hundred battles is not
         the most skillful.
Subduing the others military without battle is the
         most skillful.




Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Από την οθόνη στη ζωή ...και τούμπαλιν





"Κανονικά θα πρέπει να υπάρχει ένα σχέδιο εκκένωσης", ακούω τη νοιασμένη και γλυκειά φωνή από την άλλη άκρη της γης.
"Σε πόλεις με αεροδρόμια που η σύνδεση τους με τον αστικό ιστό γίνεται με καλωδιωτές γέφυρες, ένα μαζικό σχέδιο εκκένωσης είναι οπωσδήποτε πολύ πιο πολύπλοκο", απαντώ με τους συνειρμούς μου να παρασύρονται πάλι επί απάντων των ασχέτων, καθώς σκέφτομαι κάθε δηλωτική (και συνυποδηλωτική) σημασία του όρου "εκκένωση". Εκκενώσεις σπιτιών, σχολείων, νησιών, πόλεων, εντέρων, βόθρων, πλατειών, καταλήψεων, κλπ, κλπ. 
Πόσες ταινίες επιστημονικής φαντασίας έχουμε δει στο σινεμά με πόλεις που έχουν εκκενωθεί; Αμέσως- αμέσως θυμάμαι το απίθανα απολαυστικό I am Legend, μα τι ωραία ταινία ήταν αυτή, τι ησυχία, τι σιωπή, τι σασπένς, πόση λυτρωτική ματαίωση περιείχε τούτη η επική εκκένωση!

Καμμιά εκκένωση δεν πρόκειται βέβαια να γίνει, η Φουκουσίμα με την  ανεξάντλητη φονική διαρροή της δίνει το πραγματικό μέτρο των δυνατοτήτων και των αδυναμιών μιας ακόμα ουσιαστικά ανίσχυρης εκκένωσης, μετά εκείνης του Τσέρνομπιλ. 
Θα μπορούσε πιθανόν να γίνει καμιά ωριαία ψυχολογική εκκένωση από τα σύνδρομα των πληκτρολογίων (λόγω κυβερνοεπιθέσεων;), αν και αυτό ισοδυναμεί με το βασανιστικότερο εκκενωτικό χαρακίρι.

Ωστόσο γλυκά-γλυκά και χθαμαλά έχουν αρχίσει οι λυτρωτικές νοητικές και συναισθηματικές εκκενώσεις, που προηγούνται ενός φανταστικού καταστροφικού σεναρίου. Με την αισθητική τους,  με την μετα-ηθική δυναμική τους, με τη νιρβάνα τους, εν ολίγοις με τα όλα τους...



Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Απειλημένη άνοιξη




Αυτή είναι η φετινή άνοιξη εδώ.
Ξερή και παγερή.
Έξω από την πρωτεύουσα είναι ακόμα χειρότερη.
Ενώ οι λευκοί ερωδιοί πετούν με χάρη πάνω από το ποτάμι και τις λίμνες, μαχητικά αεροσκάφη πετούν επίσης σε άψογους σχηματισμούς πάνω από τα κεφάλια μας.
Οι συζητήσεις διατηρούνται σταθερά από καθησυχαστικές έως αδιάφορες: "Απειλές, απειλές, άντε πάλι μια από τα ίδια, κάθε τέτοια εποχή."
Ο κύριος Τσανγκ ωστόσο μιλάει συνεχώς στο κινητό του, ενώ κάθεται χάμω στο ζεστό πάτωμα του επαρχιακού φαγάδικου και τρώει δίπλα μου τα καφτερά του κάλμπι λουσμένος στον ιδρώτα. Κάποια στιγμή σηκώνεται και με καλεί να βγούμε στη στοά της τοπικής αγοράς για να καπνίσουμε παρέα προφυλαγμένοι από την νυκτερινή βροχή.
"Άλλα είναι τα άσχημα", μου λέει.
 "Συμφωνώ απολύτως" του απαντώ, εννοώντας εγώ άλλα των άλλων, και κοιτάω γύρω μου τους άδειους πάγκους.
 "Για παράδειγμα, εδώ, στην επαρχία Τσουνγκ Τζου,  στη μάχη του Τανγκγκεουμνταέ το 1592 εξαιτίας ενός πολιτικού ανταγωνισμού ο μέχρι τότε αήττητος στρατηγός Σιν Ριπ εγκαταλείφθηκε μόνος του από το παλάτι να αντιμετωπίσει τους εμπειροπόλεμους Ιάπωνες εισβολείς χωρίς επαρκή στρατό.




 Εκείνος τότε στρατολόγησε 8.000 χωρικούς της περιοχής όπου βρισκόμαστε τώρα, και τους εκπαίδευσε όσο καλύτερα μπορούσε, ελπίζοντας όμως βαθιά μέσα του μόνο στους 70 απόλυτα αφοσιωμένους ιππείς του. Γι αυτό και αποφάσισε να δώσει τη μάχη κοντά στην πεδιάδα οχυρώνοντας τους άπειρους χωρικούς στους βράχους ενός υψώματος δίπλα στο ποτάμι.





Αλλά οι Ιάπωνες είχαν έναν τεράστιο τακτικό στρατό με σύγχρονο οπλισμό, και όχι τσουγκράνες και δρεπάνια. Κι εκείνο το βράδυ έβρεξε. Κι η πεδιάδα έγινε ένας βάλτος. Όλη η δύναμη του ιππικού το πρωί βούλιαξε στις λάσπες.  Ο στρατηγός Σιν και οι καταδικασμένοι πολεμιστές του πολέμησαν γενναία, αλλά ο αντίπαλος στρατός ήταν ασύγκριτα ισχυρότερος. Οι χωρικοί υποχώρησαν τελικά άτακτα προς τον βραχώδη λόφο και εκεί αποδεκατίστηκαν από τα πρωτόγνωρα γι αυτούς μουσκέτα αλλά και τα παραδοσιακά τόξα των Ιαπώνων. Ο στρατηγός Σιν  απέμεινε και μαχόταν πια σχεδόν μόνος του με το σπαθί του, και για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια του εχθρού, αυτοκτόνησε πηδώντας από τον ψηλότερο βράχο στα νερά του ποταμού. Αυτό δεν ήταν μια ήττα, όπως συμφεροντολογικά του την καταλόγισε το παλάτι, ήταν μια μεγάλη προσωπική θυσία του γενναίου στρατηγού μας."





Είχα σκύψει το πρωί και κοιτούσα το σημείο που πήδηξε ο γενναίος στρατηγός Σιν. Μόλις είχαν απομακρυνθεί από την απότομη άκρη του βράχου νεαρά παιδιά που έγλειφαν αμέριμνα τα παγωτά τους και έβγαζαν φωτογραφίες με τσιρίδες και ναζιάρικα χαμόγελα. Τις έστελναν αμέσως με τα κινητά τους στους εκατοντάδες ψηφιακούς φίλους τους, μερικοί από τους οποίους βρίσκονται τώρα σε επιφυλακή στον στρατό και δεν θα τις απολαύσουν σύντομα.




Το ίδιο βράδυ άρχισε να βρέχει.
Η πεδιάδα θα είναι μια σκέτη λασπουριά το επόμενο πρωί.
Οι χωρικοί ωστόσο έχουν προλάβει να κάψουν τα ξερόχορτα στα θερισμένα ρυζοχώραφα.
Τα στρατιωτικά αεροσκάφη έχουν σταματήσει να πετούν εδώ και πολλή ώρα στον ουρανό. Και οι λευκοί ερωδιοί επίσης. Κι ένας ωραίος τσαλαπετεινός, που από το πρωί περπατούσε περήφανα κοντά στα ποταμίσια βράχια,  πέταξε μακριά μας τελευταίος.










Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Μαύρα δόντια.



Ένα αρχαίο έθιμο της ιαπωνέζικης αριστοκρατίας, το ohaguro, προτείνει μια εξαιρετικά εδιαφέρουσα αισθητική άποψη για ένα αφοπλιστικό χαμόγελο: τα βαμμένα μαύρα δόντια. Οι παντρεμένες γυναίκες, οι νεαρές μάικο που προβιβάζονταν σε γκέισες και τα βλαστάρια ταν αριστοκρατικών οικογενειών  έβαφαν τα δόντια τους με ένα ειδικό υλικό από ρινίσματα σιδήρου βουτηγμένα σε ξύδι και κρασί από ρύζι. Μετά το βάψιμο οι τανίνες του τσαγιού και άλλων ροφημάτων έδιναν στα δόντια ένα ωραίο κατάμαυρο γυαλιστερό χρώμα, που δεν ξέβαφε με το νερό, και επιπλέον τα προφύλασσε από την τερηδόνα και τη φθορά. Κάλυπτε δε πλήρως και το αντιαισθητικό κιτρίνισμα που πρόδινε την ηλικία.




 Τα μαύρα δόντια έλαμπαν σαν λακαριστά κομψοτεχνήματα μέσα στο στόμα, και η κατάλευκη από τα απανωτά στρώματα πούδρας επιδερμίδα του προσώπου (αργότερα με εντελώς ξυρισμένα φρύδια) αποκτούσε ένα ακαταμάχητο κοντράστ κοσμιότητας και σεμνότητας, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και μυστική χάρη.




Η βουδιστική επιρροή στην υιοθέτηση αυτής της οδοντικής αισθητικής τεχνικής στην Ασία ταυτοποιείται στο συμβολισμό του μαύρου χρώματος - το μαύρο χρώμα υποστηρίζει την πλήρη οπτική σταθερότητα, καθώς δεν επικαλύπτεται από κανένα άλλο χρώμα, ούτε αλλάζει απόχρωση, είναι δηλαδή η οπτική εγγύηση της απόλυτης δύναμης και της αξιοπρέπειας.




Αρκετοί άντρες υιοθετούσαν επίσης την πρακτική αυτή μέθοδο καλλωπισμού, κυρίως τα αρσενικά μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, φεουδάρχες και σαμουράι, ειδικά κάποιοι βετεράνοι πολεμιστές που μαχώμενοι με σπαθιά είχαν υποστεί σοβαρές παραμορφωτικές κακώσεις στο πρόσωπο, και η χρήση έντονου επικαλυπτικού μακιγιάζ έδινε θεαματικά αισθητικά αποτελέσματα μαζί με την συμπληρωματική τελευταία πινελιά των μαύρων δοντιών.

Αλλά και υπερφυσικά πλάσματα και ζώα παρουσιάζονται στην ιαπωνέζικη παράδοση με μαύρα δόντια, όπως η τρομακτική Yama-uba,



η  ανθρωποφάγα μπαμπόγρια των βουνών με τα μακριά αχτένιστα μαλλιά και το κουρελιασμένο κιμονό, που ετρέφετο μεν με αφράτα μωρά, αλλά ανάθρεψε με στοργή τον ορφανό Kintaro, το θρυλικό Χρυσό Αγόρι, ένα κράμα Ηρακλή και Μόγλη, το οποίο μεγαλώνοντας μέσα στα δάση μαζί με τα άγρια ζώα διέπρεψε αργότερα σαν εξαιρετικός σαμουράι πολεμιστής,  και όπως η Gomkitsune, η μικρή συμπονετική αλεπού που πέθανε από το βαρύ της κάρμα.




Τα μαύρα χαμόγελα κυριαρχούσαν για αιώνες σε πολλές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας, αλλά στην Ιαπωνία άνθισαν μέχρι και το τέλος της περιόδου Meiji (1868-1912), όταν πια άρχισε να εξαφανίζεται το έθιμο μετά και από την πρώτη δημόσια εμφάνιση της δυτικόφιλης αυτοκράτειρας της Ιαπωνίας Shoken  με φυσικά λευκά δόντια, μάλλον προς αποφυγή του σκανδάλου που προκαλούσε στους δυτικούς μια τέτοια αισθητική επιλογή.




 Στις  μέρες μας το έθιμο αυτό  αναβιώνει ακόμα σε γιορταστικές τελετές στις μακρινές επαρχίες της Άπω Ανατολής.







 Ωστόσο η αναφορά αυτή στα μαύρα δόντια δεν είχε ακριβώς αφορμή κάποιο αφηρημένο πολιτισμικό συνειρμό. Κάθε πολιτική συζήτηση, ακόμα και απλή αναφορά στις επίκαιρες εφιαλτικές διεθνείς πολιτικές μανούβρες αυτήν την εβδομάδα γύρω μου, εμπεριείχε με εφιαλτική εμμονή φράσεις όπως:  "μαύρα μάτια", "μαύρες μέρες ", "μαύρα μαντάτα ", "μαύρο χρήμα", κλπ

Ξαφνικά φαντάστηκα αυτά τα αφοπλιστικά χαμόγελα με τα μαύρα δόντια σα μια αδικαιολόγητη μετωνυμική παράλειψη στις αναπαραστάσεις του εσώτερου και βαθύτερου κοινού μας θεραπευτικού σιχτιρίσματος των πάντων.




Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Η σκιά και η κομψότητα




Μια υπέροχη λιακάδα σήμερα, παγωμένη βέβαια, ασιατικά μαρτιάτικη, χωρίς ίχνος άνοιξης μέσα της.
Στη Σαγκάη σήμερα ψαρεύουν νεκρά γουρούνια από ένα ποτάμι, στο Τόκυο θυμούνται τον τρόμο και διαδηλώνουν εναντίον της χρήσης πυρηνικής ενέργειας, στη Σεούλ συζητιούνται οι γειτονικές απειλές, κι ο μάστερ λέει να πάρουμε τα σπαθιά στο σπίτι για να προπονούμαστε δίπλα στο γειτονικό δάσος. Γι αυτό ήρθαμε εδώ και δεν καθόμαστε μέσα στα κελιά μας αγκαλιά με τους υπολογιστές. Εμένα δεν έχει κουμπιά το πανωφόρι μου, έτσι ζώνομαι στη μέση την υφασμάτινη θήκη του σπαθιού μου και τη δένω με τα κορδόνια της, τώρα είναι εντάξει. 
Είναι ήσυχα μέσα στο δάσος, ακούγονται μόνο τα πουλιά που κελαηδούν στα γυμνά κλαδιά των δέντρων γύρω από την πέτρινη παγόδα. Υποθέτω πως προσπαθούν να χαρούν, έρχεται η εποχή που φτιάχνουν φωλιές. Τα κοπάδια των νεαρών παιδιών της κοντινής φοιτητικής εστίας δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί, μπορούμε να εμπιστευτούμε μια ώρα ακόμα πριν ξυπνήσουν από τον κυριακάτικο ύπνο τους.

 Καθώς προπονούμαστε με μουγκρητά κάτω από τον πρωινό ήλιο σκέφτομαι την τρομακτική φράση του Τανιζάκι: "η κομψότητα είναι ψυχρή".  





Η σκιά υπερασπίζεται το ψύχος, το ψύχος υπερασπίζεται το σκοτάδι.
Και όλα μαζί υπερασπίζονται το απροσπέλαστον κάλλος.

 Ο μάστερ κάποια βράδια μας εξηγούσε επί ώρες  πόσο δύσκολο είναι να μάχεσαι με κλειστά μάτια. 
Ή να στέκεσαι στο ένα πόδι ισορροπώντας στο σκοτάδι. 
Του λέμε κι εμείς πόσο μας άρεσε ο τυφλός Ζατόιτσι στην ταινία του Κιτάνο. Δεν απαντάει, μάλλον δεν κατάλαβε καλά, ή μάλλον δεν την έχει δει, είναι και ιαπωνέζικη.  Ή μάλλον κάνει πως δεν την έχει δει, συνήθως έτσι κάνει. 
Για να μας ξυλιάζει συνέχεια κάθε θερμό, αυθόρμητο και άξεστο "μου αρέσει".




Η προπόνηση δεν κρατάει πολύ, η λιακάδα σήμερα λαβώνει.
Σταματάμε, λέμε δυο χλιαρές, καθημερινές κουβέντες.
Λύνω το αυτοσχέδιο ζωνάρι και κρύβω πάλι το σπαθί μου στα σκοτάδια του.
Η κρυμμένη του ομορφιά, μοναχική και παγερή, ρουφάει όλες τις ανείπωτες λέξεις της θέρμης.






Φυσάει πράγματι ένας παγωμένος άνεμος τώρα και περπατάμε πάλι αμίλητοι προς τα κελιά μας. Στο δρόμο εμπεδώνω τον Τανιζάκι κι απαριθμώ μέσα μου πράγματα που εχθρεύονται το φως σε αυτόν τον τόπο: τα σκιάδια στο κεφάλι των γυναικών χειμώνα- καλοκαίρι, οι τεράστιες στέγες όλων των παραδοσιακών κτισμάτων, τα ελάχιστα "τραπεζάκια έξω", οι κλειστές κουρτίνες των λεωφορείων, οι μεταξωτές ομπρέλες ηλίου, οι σκοτεινές λάκες, τα υπόγεια καφέ και φαγάδικα, τα αδιαπέραστα στρώματα του γυναικείου μέικ απ, τα φιμέ τζάμια όλων σχεδόν των αυτοκινήτων, τα τεράστια ψάθινα καπέλα, τα γυναικεία φορέματα με κουμπιά μέχρι το λαιμό, οι αγυάλιστες παλιές μεταλλικές τσαγιέρες, η σινική μελάνη, το χρώμα των φυκιών, τα παραβάν.





Αισθητική της νηφαλιότητας, του μυστηρίου, της σιωπής; 
Άρωμα πάγου;




"Κάποτε όλα αυτά θα μου λείψουν", λέω μέσα μου.






Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

The "Mu" dog






A monk asked: "Does the dog have the Buddha - nature, or not?"
The master said: "Mu" (Not)
The monk said: "Above to all the Buddhas, below to the crowling bugs, all have the Buddha - nature. Why is it that the dog has not?"
The master said:" Because he has the nature of karmic delusions"


(The Recorded Savings of Zen Master Joshu, Green, James, ed. and trans. (1998). 

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Λυτρωτική ερμηνεία της στένωσης.




 
 Κατά την επιστροφή μου στο χώρο και τον χρόνο των πάγων, ώρα νυχτερινή και φοβιστική, ακούω τον ταξιτζή να με ρωτάει στη γλώσσα του αν έρχομαι εδώ επειδή αγαπώ κάποιον ντόπιο, χτυπάει και με το ένα χέρι του την καρδιά του για να περιγράψει ακόμα πιο ρεαλιστικά την απορία του, εγώ τον κοιτώ με το πηκτό βλέμμα ενός βοδιού και κάνω πώς δεν καταλαβαίνω τι μου λέει, του χαμογελώ καλοσυνάτα, νιώθω τα μποτάκια μου να ξεσκίζουν τα πρησμένα από τις  πολύωρες πτήσεις πόδια μου, παρακολουθώ έξω από το παράθυρο τα άλιωτα χιόνια να φωτίζουν τους νυκτερινούς δρόμους. 

Το κτίριο είναι κατασκότεινο και έρημο, το μίνι μάρκετ από κάτω είναι απελπιστικά κλειστό, κι εγώ βρίσκομαι πίσω και πάλι με δυο μόνο τελευταία τσιγάρα στο πακέτο μου και 42 κιλά αποσκευές να πρέπει να κυλιστούν προς την είσοδο. Στέκομαι με δέος μπροστά στους χιονισμένους κάδους των απορριμμάτων προσπαθώντας να θυμηθώ τον κωδικό της εξώπορτας. Κάνω όλους τους δυνατούς μνημοτεχνικούς συνδυασμούς, και είναι όλοι λάθος, η πόρτα δεν ανοίγει. Καλά. Μνήμη για τα μπάζα. Ξαναπροσπαθώ. Τίποτε. Κάνει πολύ κρύο, το οποίο όμως δεν με ενοχλεί ακόμα λόγω υπερέντασης. Πόσο θα μείνω απ' έξω ακόμα; Κι αν δεν κατέβει κανένας από πάνω, πώς θα ανοίξει η πόρτα; Βγάζω το κινητό μου, το οποίο φυσικά και δεν δουλεύει μετά από δυο μηνών αποφόρτιση. Όμορφα. Έχω ξεχάσει και τα γάντια μου, αλλά μέσα στο σκοτάδι δεν φαίνονται καθόλου τα νύχια μου μπλε. Μέσα από την τζαμαρία έχω δει και την απέναντι πόρτα εισόδου να είναι επίσης κλειστή, καμιά ελπίδα λοιπόν. Περιμένω εκεί έξω μόνη μου επιμένοντας να παίζω με τους αριθμούς. Η πόρτα όμως δεν ανοίγει με τίποτε. 




Τότε κάτι ξεπετιέται μέσα από το έλος της μνήμης:


- Πώς γίνεται να κυριεύεσαι από την έσχατη επιλογή της σωματικής απόλαυσης, ώστε να μη "στενωθεί" το σώμα σου για να μην "θανατωθεί" από τη ζωή του;





Η ξαφνική έκλαμψη ενός συνειρμού για την ασκητική αντίληψη του 7ου μ.Χ. αιώνα περί της αγαπητικής "δειλίας" συνδυάζεται με την αγωνία του ξεχασμένου κωδικού της εξώπορτας. 

Τι καλά που δεν κρυώνω όντας μπλε!

Κι ακριβώς επειδή καθόλου τώρα δεν κρυώνω, εμφανίζεται ξαφνικά να μπαίνει από την απέναντι είσοδο του κτιρίου ο καλός ηλικιωμένος συνάδελφος από την κεντρική Αφρική, μπουμπουλωμένος με τρία μπουφάν σαν τον άνθρωπο της Michelin, γκαπ, γκουπ, χτυπώ δυνατά τα τζάμια, εκείνος με βλέπει και τρέχει και μου ανοίγει την πόρτα, και με καλωσορίζει θερμά, και σκύβει να σηκώσει και τις βαλίτσες μου,  και με ρωτάει πεινασμένα πώς ήταν οι διακοπές στη ζεστή μου πατρίδα, να είσαι καλά, καλέ μου άνθρωπε, που επί τόσον καιρό δεν άκουσες τα χαρούμενα γέλια των παιδιών σου, ούτε ένιωσες τον μεγάλο αφρικανικό ήλιο να σε καλημερίζει με χάδια καυτά,  ούτε είδες τα δυνατά χρώματα να σε τεντώνουν στη ζωή, ούτε μύρισες τη βροχή στο ζωηφόρο χώμα που σε ανάστησε, να είσαι καλά, μη - "δειλέ" μου συνάνθρωπε, γενναίε μου συνάδελφε, που έμεινες εδώ, στο θανατερά κρύο "ου - τόπο"  όλον τον άδειο αυτόν καιρό,  για να θανατωθείς εσύ από τη ζωή του δυνατού σώματος σου, κι ήρθες και μου άνοιξες κι εμένα τώρα την πόρτα.

Έτσι, με πλήρη συνείδηση της λυτρωτικής ερμηνείας της "στένωσης", μπήκα ανάλαφρη μέσα στο κτίριο, και ξαναβγήκα σχεδόν αμέσως, επίσης αναλάφρη, έξω στους πάγους για να αγοράσω τρία λυτρωτικότατα πακέτα τσιγάρα.








Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Πρωτοχρονιές στη σειρά



 Στην άλλη μου πατρίδα μπήκε ήδη το  2013. Μπράβο του. Και στο Πεκίνο δίπλα μπήκε, αλλά και δεν μπήκε, αργεί ακόμα η χρονιά του φιδιού, πάντως ο ψόφος και το χιόνι εκεί απερίγραπτα. Στους ναούς της Ιαπωνίας οι καμπάνες χτύπησαν 108 φορές, τον συμβολικό αριθμό των κύκλων δημιουργίας και καταστροφής της ασιατικής κοσμολογίας. Τώρα καθώς μαγειρεύω μια πρωτοχρονιάτικη βραστή κότα, επειδή δεν θέλω να μιλώ άλλο για πρωτοχρονιάτικη διατροφή με γουρουνοκεφαλές, γουρουνόπουλα και μπούκοβα για να ξεχνάμε τις αναχωρήσεις και τις αφίξεις σε αυτόν και τον άλλο κόσμο, που είναι και η χειροπιαστή απόδειξη του χρόνου, παλαιού και νέου, αφηγούμαι ιστορίες πάγου: "Την τελευταία βραδιά πριν ταξιδέψουμε είχαμε μια κινητικότητα, μια φούρια, καταμετρήθηκαν τα εκλογικά κουκιά μέσα στον ξυλιασμό και το τούρτουρο, και η μεν χώρα απέκτησε την πρώτη γυναίκα πρόεδρο, τα δε ημερολόγια μας την τελευταία τους γραμμούλα πριν την επιστροφή, είχε έρθει πια ο καιρός για όλους μας να λογαριαστούμε πια στα σοβαρά με τους χειμώνες μας. Χιόνιζε πάλι. Μαζευτήκαμε σε ένα σπίτι μαραμένοι και πίναμε καυτό τσάι λωτού με άρωμα από πευκοβελόνες. Η φίλη από το Γιακούτ της Σιβηρίας μας έλεγε παρηγορητικά λόγια για τον άθλιο καιρό και μας περιέγραφε πώς μπορείς να χρησιμοποιήσεις την μπανάνα ως σφυρί στους μείον πενήντα πέντε. Μετά μιλήσαμε για διαφορές ανάμεσα στα εικονογράμματα και τα ιδεογράμματα της κινέζικης γραφής και καταλήξαμε να διαβάσουμε λίγο Μένκιο:


"Ο βασιλιάς Χούι Λιανγκ είπε στον Μένκιο ότι θα ήθελε να ζητήσει τη συμβουλή του σχετικά με τη σωστή διακυβέρνηση. Και έτσι άρχισαν τη συζήτηση. Ο Μένκιος είπε: "Υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ του να σκοτώσεις έναν άνθρωπο με ένα ρόπαλο ή με ένα σπαθί;" Ο βασιλιάς είπε: "Όχι, δεν υπάρχει καμιά διαφορά" Ο Μένκιος είπε: "Υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ του να σκοτώσεις έναν άνθρωπο με ένα σπαθί  ή με μια κακή κυβέρνηση;" "Δεν υπάρχει καμιά διαφορά", είπε ο βασιλιάς. Ο Μένκιος τότε είπε: "Στην κουζίνα σου υπάρχει κρέας παχύ, στους στάβλους σου υπάρχουν δυνατά άλογα. Αλλά ο λαός σου φαίνεται να λιμοκτονεί, και στα χωριά οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα.
Αυτό θα οδηγήσει τα κτήνη να βγουν έξω και να καταβροχθίσουν τους ανθρώπους."

Μετά πήγαμε στα σπίτια μας και την επόμενη  πετάξαμε με συγκαλυμμένους πανικούς στις πατρίδες μας.

Η κότα έβρασε.
Ας κάνουμε κι άλλη μια πρωτοχρονιά τώρα, χωρίς γουρουνόπουλα και μπούκοβα, με εκπαιδευτικές αναχωρήσεις και αφίξεις, κακό δεν είναι. 

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Περπατώντας στη μέση του δρόμου



Το νυχτερινό λεωφορείο τσουλάει με περίεργους ήχους στο δρόμο που έχει γίνει τζάμι από τον πάγο. Έχει έξω μια ομίχλη πηχτή σα θυμωμένη θημωνιά, δε βλέπεις πέρα απ' τα δέκα μέτρα, μόνο οι προβολείς των αυτοκινήτων  και τα φανάρια του δρόμου σκάνε ξάφνου μέσα στη θολούρα, κι αυτά όταν σε πλησιάσουν πολύ.
"Θα πατηθώ απόψε", λέω μέσα μου κοιτώντας έξω από το νοτισμένο τζάμι. Αλλά είμαι ήδη πατημένη, ένας Γκράχαμ Γκρην με έχει για τα καλά λιώσει χάμω τη μιάμιση ώρα της επιστροφής μου από το ναό, και όλα όσα δε λέγονταν τόσο καιρό, καταφέρνει να μου τα ταϊσει ως χορταστικούς λίθους αναθέματος σ' αυτή τη μιάμιση ώρα. Κλείνω το βιβλίο, το βάζω ευλαβικά στη τσάντα μου κι αρχίζω το τυπικό σαβάνωμα με σκουφιά, κασκώλ και γάντια, όλη η μακάβρια τελετή πριν να κατέβω στη σωστή στάση. Κατεβαίνω προσεκτικά μην πατήσω κανένα ύπουλο κομμάτι βρώμικου πάγου, που σίγουρα δεν θα το διακρίνω μέσα στο σκοτάδι. Κάνει πάντα το γνωστό ελεεινό ψόφο της νύχτας. Ένας μισομεθυσμένος άντρας περπατάει τώρα προς τη διασταύρωση. Να κάνω το κουτάβι, να τον ακολουθήσω να περάσω απέναντι, δεν τον βλέπω και καλά, τον μυρίζω τουλάχιστον. Θα τον αφήσω να περάσει πρώτος,  γιατί φοράω λάθος χρώμα ρούχα, έτσι έχω πολλές πιθανότητες να πατηθώ εγώ πρώτη. Περνάμε, δε βλέπω τίποτε, τα αυτοκίνητα εμφανίζονται ξαφνικά μέσα από τις θημωνιές σα φωτεινές διαστημικές μπάλες, δεν μας πατούν. Τώρα πώς θα ανέβω νυχτιάτικα προς το βουνό; Δεν υπάρχει ούτε ταξί, ούτε ψυχή ζώσα, ο μεθυσμένος χώνεται σε ένα σοκάκι και χάνεται. Θα περπατήσω στη μέση του δρόμου, να μην πατήσω στους πάγους των πεζοδρομίων δίπλα στο δάσος. Θα με φωτίζουν οι αραιές λάμπες του δρόμου.  Θα περπατώ περίπου στη μέση του δρόμου.

 
"Μόλις εξαντλούμε τα ανθρώπινα πλάσματα, καταφεύγουμε στην αυταπάτη ότι πιστεύουμε στο Θεό, σαν τον καλοφαγά που επιζητεί όλο και πιο περίπλοκες σάλτσες στο φαγητό του."


Θα περπατώ περίπου στη μέση του δρόμου.
Θα  περπατώ, θα μηρυκάζω τις βαριές σαν πέτρες σάλτσες μου και θα θυμάμαι.
"Καλές γιορτές!" μου ευχήθηκαν οι πιστοί στο ναό.
Εκείνοι δεν επιζητούν περίπλοκες σάλτσες, νηστεύουν κανονικά και αναμένουν πεινασμένοι τα Χριστούγεννα.

Η ομίχλη είναι πια αδιαπέραστη, οι  γλιστεροί πάγοι δεξιά κι αριστερά μου μπαμπακιάζουν άλιωτοι φονικά.
Περπατώντας στη μέση του δρόμου δεν υπάρχει πια έλεος, είναι όσο αφύσικο κι όσο ανώμαλο χρειάζεται για να πατηθεί κανείς με απόλυτη σιγουριά.