silence

silence


A certain invisible ray
or ultraviolet light.
Though it
I see your gigantic fallacy shining,
becoming a blossom that invites a butterfly.

Fallacy! What a womb of blessing.


( Ko Un)

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Ανοικτό Πουθενά.







......................................................................
"Στη Δημιουργία πάντοτε στραμμένοι, βλέπουμε
μόνο μιαν αντανάκλαση εκεί ελευθερίας,
από εμάς συσκοτισμένη. Ή πώς ένα ζώο,
έτσι βουβό, ήρεμα στα μάτια μας κοιτά, πέρα για πέρα.
Τούτο σημαίνει μοίρα: να στέκεσαι απέναντι
και τίποτε πέρα από αυτό μα πάντοτε απέναντι.

Αν το ζώο, που με σιγουριά μας πλησιάζει
αλλού κατευθυνόμενο, είχε τη δική μας
συνείδηση, βιαίως θα μας παρέσερνε
στο δρόμο του. Μα για το ίδιο η ύπαρξη του
είναι απεριόριστη, ασύλληπτη, δίχως άποψη
της κατάστασης του, καθαρή σαν τη θέα του.
Κι όπου το μέλλον εμείς βλέπουμε, εκεί βλέπει το παν
και τον εαυτό του μες το παν, για πάντα λυτρωμένο.

Κι όμως στο ζεστό κι άγρυπνο ζώο ενυπάρχει 
το βάρος και η έγνοια μιας απέραντης θλίψης
Αφού και σ' αυτό πεισματικά επιμένει ό,τι εμάς 
συχνά καταβάλλει: η ανάμνηση εκείνη,
πώς ήταν κάποτε αυτό που τώρα αναζητούμε
πιο κοντά, πιο αληθινά, και δίχως τέλος τρυφερό
στην ανταπόκρισή του. Εδώ όλα είναι απόσταση, 
εκεί ήταν πνοή. Μετά την πρώτη πατρίδα
η δεύτερη διχασμένη μοιάζει κι ανεμόδαρτη."


(Rainer Maria Rilke, Οι Ελεγείες του Ντουίνο, απόσπασμα από την Όγδοη Ελεγεία, μετάφραση Σωτήρης Σελαβής)



Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Η απόσταση και το φρέαρ




Ο ταξιτζής φρενάρει στην είσοδο του νοσοκομείου επί της λεωφόρου. "Να μπω μέσα;" με ρωτά. "Όχι, ευχαριστώ, θα περπατήσω" του λέω. Είναι σκοτεινά πια, έχει βρέξει, το μαύρο χώμα μυρίζει όμορφα. Το νοσοκομείο είναι μέσα στο δάσος. Το επισκεπτήριο ωράριο του είναι χαλαρό. Η επιλογή της επίσκεψης ξαφνική. Ο φύλακας στην είσοδο μου λέει ότι για να βρω το σωστό νοσοκομειακό κτήριο πρέπει να ακολουθήσω σταθερά την μπλε γραμμή πάνω στην άσφαλτο.  Μετά βίας τη διακρίνω μέσα στα σκοτάδια, αλλά λόγω εφημερίας τα ασθενοφόρα καταφθάνουν το ένα μετά το άλλο στα επείγοντα και φωτίζουν το δρόμο,  έτσι ακολουθώντας πιστά την μπλε γραμμή τελικά απομακρύνομαι από τα επείγοντα και οδηγούμαι προς τα αργά και αναπόφευκτα. Περπατώ αγχωμένη πάνω στην μισοσβησμένη  μπλε γραμμή. Είναι μακριά τελικά, και τα σκοτάδια πυκνώνουν, επιτέλους φαίνεται στο βάθος ένα παλαιό οικοδόμημα, πηγαίνω προς την φωτισμένη του  είσοδο. Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι με χειρουργικές μάσκες στο πρόσωπο, για μια στιγμή μου φαίνεται ότι βρίσκομαι στον άλλο τόπο μου, εκεί που οι μάσκες φοριούνται και από τους υγιείς και από τους αρρώστους, και παντού. Δεν σκέφτομαι όμως τίποτε άλλο γι αυτό, μόνο τα άσχετα, για παράδειγμα μια σπανακόπιτα που τυλιγμένη σε μια χάρτινη σακούλα και ριγμένη μέσα στην τσάντα μου μπορεί να λαδώσει τα καινούργια μου βιβλία και τα τσιγάρα μου. Τα οποία τσιγάρα μου ξαφνικά δεν θέλω να τ' αγγίξω σε αυτόν τον χώρο. Του συγκεκριμένου νοσοκομείου. Με το συγκεκριμένο δυναμικό. Με τα συγκεκριμένα συγκρουσιακά φορτία του παρελθόντος. Και του παρόντος. Με τη συγκεκριμένη απότομη ελάττωση απόστασης από τα αντιληπτά και τα εξηγήσιμα. Με τη συγκεκριμένη ύψιστη ανομοιογένεια μέσα στο πεδίο "ζωή". Διότι αν τα αγγίξω τα τσιγάρα μου εδώ και τώρα, έτσι απλά, αυτή η ελάχιστη επαφή μπορεί ξαφνικά να διπλώσει όλο τον κόσμο σαν φάκελο, να τον γουβιάσει σαν ρήγμα, σαν ένα χωροχρονικό πηγάδι μέσα στο οποίο υποχρεωτικά θα αυτοκατακρημνιστώ και θα σκάσω στον πάτο του σαν ένας μικρός χωμάτινος σβώλος. 
Εκτός κι αν...

Το επόμενο πρωινό η ζωή κανονικά συνεχίζεται, αφού οι προσδοκίες της επικράτησης των εξαιρέσεων χονδροειδώς και κανονικότατα και πάλι αναιρούνται.
Κατακρημνίζονται για την ακρίβεια.
Τηλεφωνώ με το θάρρος του χαμένου στον ειδικό για τις εν γένει κατακρημνίσεις στη φύση.
"Πώς το λένε αυτό το όριο που εκεί τα πράγματα παύουν πια να υπακούουν στους γνωστούς νόμους της φυσικής και ένα σύστημα ξαφνικά καταρρέει;" ρωτώ.
"Ωχ, ποια πράγματα πάλι;" μου απαντά ο ειδικός για τις κατακρημνίσεις στη φύση καθώς χασμουριέται βαριεστημένα.
"Ξέρω κι εγώ, πώς να το πω; Τα πράγματα, οι καταστάσεις, οι δυνάμεις, οι ελκτικές δυνάμεις, αυτά που κρατούν κάτι ισόρροπο κάπου, μέσα σε ένα  χώρο, μέσα στο χρόνο. Κάπου τελοσπάντων αντιληπτά υπαρκτό υπό μια μορφή"
"Στα πεδία, εννοείς; Σε ποια πεδία όμως;"
"Ξέρω κι εγώ, ρε παιδί μου; Τι πεδία; Εντάξει, ας πούμε κάτι στο όριο ενός αντιληπτού πεδίου."
"Στην κλασική φυσική ή στην κβαντομηχανική;"
"Λέγε μου και για τα δυο. Αργά, να τα γράφω, να τα σκεφτώ μετά με την ησυχία μου"
Γέλια. 
Πικρά κι από τις δυο μεριές.
Για άσχετους λόγους.

"Απλά και κατανοητά γίνονται οι αλλαγές των ελκτικών δυνάμεων στα κλασικά βαρυτικά πεδία,  όπου η βαρύτητα είναι δεσπόζουσα.  Αυτά κλασικά ισχύουν στα "βαριά" πράγματα, στα χονδροειδή αισθητά, πώς να στο πω πιο απλά; Η έλξη εξαρτάται από την απόσταση, κι όσο περισσότερο αυξάνει η απόσταση, τόσο φυσιολογικά η έλξη σταδιακά χαλαρώνει, φθίνει, και φυσιολογικά στο τέλος χάνεται. Τέρμα. Πάπαλα.
Αλλά σε περιβάλλοντα πολύ μικρών ή πολύ μεγάλων διαστάσεων, ας πούμε σε "περιβάλλοντα πλάσματος" ή "περιβάλλοντα σύμπαντος", η ανομοιογένεια γίνεται δεσπόζουσα, μια απότομη ελάττωση της απόστασης μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω στην έλξη, γιατί ένα ελάχιστο κάτι εκεί έχει τρομακτική βαρύτητα, τέτοια που μπορεί να παραμορφώσει τον χώρο και τον χρόνο, αφού πρώτα έχει δημιουργήσει ένα φαινόμενο τύπου "φρέατος δυναμικού", ωχ, πώς να στο πω πιο απλά, σαν ένα μικρούλι, ένα ελάχιστο σωματίδιο, αλλά με τεράστιο βάρος να πέσει μέσα στο ελαστικό σεντόνι του χωροχρόνου. Εκεί θα δημιουργήσει ένα βαθύτατο πηγάδι, μια σημαντικότατη παραμόρφωση του χωροχρόνου, μια απρόβλεπτη ανατροπή, όπως μια στιγμή μπορεί να οδηγήσει ένα υπέρλαμπρο άστρο - γίγαντα σε μια αποκαλυπτική ξαφνική έκρηξη του, κι ύστερα στη  απίστευτη συρρίκνωση του σε ένα μικρό άστρο - νάνο.  Μετά ό,τι έχει μείνει έχει μηδαμινό πια φορτίο, αλλά τρομακτική βαρύτητα."
"Φτάνει, ευχαριστώ"
Γέλια πάλι από την άλλη πλευρά του ακουστικού:
"Τι κατάλαβες εσύ τώρα;"
"Ότι πολύ αργά και χθαμαλά γίνονται οι ορατές αλλαγές,  οι χοντρά αντιληπτές αλλαγές, ότι μια χαρά τα τελειώνει όλα τα εν σχέσει πράγματα ο λογικός χρόνος και η λογική απόσταση, ώστε να μη χάνουν τον μπούσουλα οι βαριές και συντηρητικές, οι "παβλοφικές" αντιδράσεις μας στην ανομοιογένεια, να μην  ταλαιπωρείται κάθε χοντρό, βαρύ και αργοκίνητο σώμα, κάθε χοντρή, βαριά κι αργοκίνητη σκέψη. Αλλά σε άλλα πεδία και σε άλλες διαστάσεις η απόσταση λειτουργεί εντελώς μεταμορφωτικά, δηλαδή αποκαλυπτικά, μπορεί και να τα τινάξει όλα τα υπέρλαμπρα στον αέρα, καθώς αμέριμνα, να μην πω απερίσκεπτα, απολαμβάνουμε μια μοναδική, αιθέρια κι υπέρλαμπρη φωτοχυσία εγγύτητας, και ξαφνικά έρχεται η έκπληξη - έκρηξη, μετά αιφνίδια μια θεαματική αυτοκατακρήμνιση, και τελικά η συρρίκωνση ενός εντυπωσιακού αρχικά αξιοθέατου "κάτι" σε νάνο. Το κάτι - νάνος, αυτό το βαρύτατο ελάχιστο, έλκει  "μυστικά" πλέον αυτό, άλλα, άγνωστα πράγματα, με άλλους τρόπους, σε άλλους κόσμους, ανατρέπει τα πάντα, ανοίγει τα πάντα σε νέα πάντα, αλλά όλα αυτά δεν τα ξέρουμε σίγουρα, ούτε καν τα καταλαβαίνουμε ακόμα."
"Ωχ αμάν! Γι αυτό και καλά κάνουμε να μη μιλάμε άσχετα και χαζά γι αυτά."
"Μα τα βλέπουμε όλα αυτά να ισχύουν, τα νιώθουμε..."
"Φιλολογίες και μωρίες. Καλά ξεμπερδέματα." 
Γέλια πάλι.
Πάντα πικρά.
Πάντα για άσχετους λόγους.
Το τηλέφωνο κλείνει.

Και πάλι να, η ασαφής μπλε γραμμή στην άσφαλτο του νοσοκομείου.
Η έννοια της απόστασης μου φαίνεται άσχετη πια.
Ο χρόνος επίσης.
Η λογική βουβή.
Στην είσοδο επίφοβα ορατή μόνο η τρομακτική ανομοιογένεια.

Σκεφτόμουν το αβάσταχτο βάρος του ελάχιστου. 
Και την αβάσταχτη ελαφρότητα του πλείστου.
Πριν την αυτοκατακρήμνιση όλων στο φρέαρ δυναμικού.
 




Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

The Black Belt


  Tonight we celebrate the Black Belt in Haedong Kumdo with a famous Korean sijo poem 
by Admiral Yi Sun -Sin (1545-1598).




A moonlit night in Hansan Isle,
alone I sit on the lookout;
My big sword at my side,
I 'm immersed in deep cares;
A shrill note of pipe somewhere
severs my heart chords

(From the Classical Poetic Songs of Korea, 
 by Kim Dae-haeng and Lee Kyon-hee)




Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Ο λευκός τρόμος


 
- "Ευτυχώς, όταν θα ταξιδέψω σε δυο μήνες στην πατρίδα μάλλον δεν θα έχει κάτω από μείον σαράντα", μου λέει σήμερα στην εξώπορτα η σιβηριανή φίλη μου καθώς κοιτάμε το λευκό τρόμο απλωμένο έξω από το κατώφλι μας.
- "Ευτυχώς, ευτυχώς", της χαμογελώ με τρελό βλέμμα κι ανυπόκριτη απόγνωση.
 Τα πρόσωπα μας έχουν πρηστεί αφύσικα πάλι, και τα χείλη  μας έχουν σκιστεί και ματώσει από το ψοφόκρυο. Ακούγονται οι πάγοι που σπάνε ανατριχιαστικά καθώς περπατούν πάνω τους έντρομοι οι άνθρωποι, ωστόσο τα γενναία παιδιά με τις πλαστικές παντόφλες μιτσούκο στα γυμνά τους πόδια δε χαμπαριάζουν τίποτε,  πατινάρουν κεφάτα και ουρλιάζουν γλείφοντας παγωτά.
 
Τόσες ημέρες χιονίζει συνέχεια. Τόσες ημέρες οι πάγοι ψηλώνουν. Τόσες ημέρες κάθε έξοδος είναι μια πολύωρη περιπέτεια απερίγραπτου τρόμου, αλλά και ασυγκράτητου γέλιου με τούτο το παράλογο.
Ωστόσο οι παγωμένες ημέρες είναι ασφυκτικά γεμάτες και απαιτητικές. Το λάπτοπ τα 'φτυσε, και ύστερα ανασυντάχτηκε με επείγουσες χειμερινές ανανήψεις - αλλοίμονό του αν μου την κάνει σε περίοδο εξετάσεων.
-"Σας παρακάλεσα να μην τρώτε κάστανα και φιστίκια πάνω στον υπολογιστή σας" τόνισε όσο πιο ευγενικά μπορούσε ο πιωμένος τεχνικός.
Του προσφέρω ένα μανταρίνι - στο σπίτι δεν υπάρχουν παρά φύκια, μανταρίνια, κάστανα, λωτοί και μουστάρδα, πλίνθοι και κέραμοι της γεύσης -  πάντως είναι τρομερό να παρακολουθούν τη μπουκιά σου.
 
Η βαλίτσα τυπικά κατέβηκε.
Τα τασάκια τυπικά ξεχειλίζουν.
Τα παράθυρα παραμένουν τυπικά μισάνοικτα, δεν πάει να φτάσει στους μείον διακόσιους.
Τα χαμόγελα έπαψαν να είναι στυφά και αδύναμα.
Τα γέλια αντιθέτως ξανάγιναν, λόγω του ψοφώδους παράλογου, δυνατά και υγιή.
Έρχονται ξανά Χριστούγεννα.
Ακούγονται από παντού λιγωτικές αγιανύχτες και αναβοσβήνουν πολύχρωμα μισοβραχυκυκλωμένα λαμπιόνια.
Χοντροί χιονάνθρωποι χωρίς μάτια και μύτες στήνονται διακοσμητικοί μπροστά στις πορείες μας.
Τα παλιά ημερολόγια πάνε κατευθείαν για ανακύκλωση.
Τα πλυντήρια στο υπόγειο πλένουν σα δαιμονισμένα, όλοι θέλουν να αποχωρήσουν από εδώ παστρικά κι ωραία.
Και τα σπαθιά μας γυαλίστηκαν, άστραψαν μόλις άκουσαν ότι τελικά μπορεί να τους επιτραπεί να κόψουν κάτι, έστω κι εφημερίδες και αγγούρια.
Οι επίδεσμοι γύρω από τους σαραβαλιασμένους καρπούς των χεριών και των ποδιών μας  λύνονται, δεν έχει νόημα καμιά τσιρούτικη προστασία στους αγώνες με το παράλογο αυτού του χειμώνα.
Τα βράδια που περπατάμε προσεκτικά σαν αλεπούδες δίπλα στο δάσος, απόλυτα αφημένοι στο λευκό τρόμο, είναι καλά, γελάμε πια με την εικόνα μας.
Γελάμε με τα αποδυναμωμένα έλκη μας.
Είναι σαν να πάγωσε ο λευκός τρόμος όλα τα βακτήρια της μιζέριας.
Ο λευκός τρόμος που λυτρωτικά σκεπάζει τις ώρες μας στα λευκά κελιά και στις λευκές νύχτες.
 

 
 
 
 
 
 

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Ωμό επετειακό


 Και αφού συντελέστηκαν τα καλά πράγματα του Σαββάτου τα περί τον πολιτισμό και την ποίηση, και αφού όλοι ευφράνθηκαν και χαλάρωσαν βραδιάτικα με ένα ποτήρι κρασί και μια Σατραπεία κακήν - κακώς απενοχοποιημένη στα όνειρα τους, μετά ήρθε η νύχτα και βρήκε τους γηράσκοντες ανθρώπους ήρεμους και με ξερή ψυχή μπροστά στις συντελεσμένες πορείες τους προς τα Σούσα.

"Α!" είπαν όλοι, "πόσο φωτίζει ακόμα ο Φάρος της Αλεξάνδρειας!"
Στην πραγματικότητα τα μόνα που φώτιζαν τον χώρο ήταν ένα μεγάλο πλαστικό χριστουγεννιάτικο δέντρο με βαρετά λαμπάκια, μισοσβησμένα επιπλέοντα κεριά μέσα σε πλαστικά ποτήρια, και ένας προβολέας που διαμέλιζε τα πρόσωπα όσων φωτογραφίζονταν στη σκηνή σε μπλε λουρίδες.

Ακόμα κι έτσι, πόσο ωραία ήταν!
Διότι πόσο προνοητικά η φύση έχει μηχανευτεί τρόπους να προστατεύει τα νέα παιδιά από την  πλήρη αίσθηση για τις πραγματικές τύχες των Τρώων!

Οι υπόλοιποι, που έχουμε επιμελώς πια ξεμπερδέψει με άσπρες τρίχες, δέντρα με φάτνες, Πριάμους και Εκάβες, το ρίχνουμε ολόψυχα σε κρασιά και τούνα σάντουιτς, ωμοί επί ωμών, συφοριασμένοι.
Καμιά Αλεξάνδρεια δεν αποχαιρετάμε.
Κανέναν Αρταξέρξη δεν αρνιόμαστε.
Κανέναν πια δεν κλαίμε.

Η πτώσις μας ήταν και είναι εξάπαντος βεβαία.



Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Το χορτάρι δεν τραγουδάει πια.

 Τα αφρικανικά μας βράδια, που άρχιζαν πάντα στις έξι, κι έβρεχε τρομακτικά για λίγο, και μετά ξαστέρωνε αμέσως, κι εμείς πηγαίναμε στο Lime Tree για να φάμε σοκολατένια γλυκά και να πιούμε μάνγκο σε μεγάλα χοντρά ποτήρια, με τι απόλαυση τότε αναγνωρίζαμε βουβά τις μεσήλικες διαφορές μας με τη Mary, όπως ακριβώς πριν καμιά εικοσαριά χρόνια τις νεανικές μας με την Alice, και πόσο αυτές οι ωραίες ηρωίδες, οι μόνιμα ανακατεμμένες στα σεντόνια μας, ανακάτευαν ωραία και τις ζωές μας, και τώρα πάει κι αυτό, η Doris Lessing είναι πια αλλού, κι εμείς δε ζούμε πια σε μέρη με σεντόνια. 

Έτος με απανωτά πένθη το έτος του Φιδιού.
Ας είναι.


“If she had been left alone she would have gone on, in her own way, enjoying herself thoroughly, until people found one day that she had turned imperceptibly into one of those women who have become old without ever having been middle aged: a little withered, a little acid, hard as nails, sentimentally kindhearted, and addicted to religion or small dogs.” 

Doris Lessing, The Grass is Singing

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Μια απόλυση



Το ψοφόκρυο ήρθε και φέτος καταραμένο και αναπότρεπτο, και να που θα γιορτάσουμε σύσσωμοι απόψε την είσοδο στη χειμέρια νάρκη μας. Το πρωί με μαζεύει μπλαβιασμένη από τη στάση του λεωφορείου ένας φιλάνθρωπος νεαρός συνάδελφος με αυτοκίνητο, μου δείχνει τον πρωινό πάγο πάνω στα χορτάρια, και μου λέει κροταλίζοντας με συστολή τα δόντια του: "Σας σκέφτομαι κι εσάς τους νότιους πόσο θα κρυώνετε! Α, και μη ξεχάσετε το βραδινό εορταστικό γκαλά των νεοφερμένων στις έξι το απόγευμα στο λόμπι του κεντρικού κτιρίου."
"Ναι, παιδί μου, αλλοίμονο!", του απανώ κοιτάζοντας ζαβά έξω στο λιβάδι τους καμμένους από τον πάγο μίσχους των μωβ λουλουδιών με το αναπάντεχο ελληνικό όνομα "κόσμος". 
"Τα κόσμος πάγωσαν!" συλλαβίζουν τα νεαρά παιδιά μέσα στην τάξη και κατεβάζουν τα σκουφιά μέχρι τα αυτιά τους, γιατί στα πλαίσια των γενικότερων περικοπών σήμερα δεν έχει θέρμανση, και τρέμουν σαν κλαράκια.

Το απόγευμα που τελειώνω το μάθημα με περιμένει στην είσοδο ένα τεθωρακισμένο τζιπ δυο ντόπιων νεαρών παιδιών που παντρεύτηκαν πρόσφατα, και θέλουν να φάμε μαζί και να μιλήσουμε για τον Καβάφη. Μετά από το ευλαβικό προσκύνημα στο τοπικό σουσάδικο στρώνονται σταυροπόδι χάμω στα σανίδια μιας σκοτεινής τσαγιερίας, κι απαγγέλουν ενθουσιασμένα καβαφικά ελληνικά πάνω από αχνιστές κούπες τσάι με άφθονα ηδονικά μυρωδικά. Κοιτάνε στο λάπτοπ τους λέξεις περίεργες που δεν αναγνωρίζουν. Μου χαμογελούν καθώς θρυμματίζουν στο στόμα τους διάφορα σύμφωνα χωρίς να αλλοιώνουν τίποτα από την πανδαισία μιας σπάνιας αποκάλυψης. Ο Γιουν θα τραγουδήσει στη γλώσσα του και Θάνο Μικρούτσικο, έχει μια βαθιά βελούδινη φωνή που σου σηκώνει την τρίχα, η Κουόν θα τον συνοδέψει στο πιάνο. Είναι τόσο νέοι, και τόσο λαμπεροί, και τόσο κλασικά Σιδώνιοι, ώστε όταν κοιτάζω ξαφνικά το ρολόι μου είναι πια σκοτάδι έξω, και σπεύδουμε πάλι στο τεθωρακισμένο για να προλάβουμε τις βραδινές υποχρεώσεις μας. 


http://mystickorea.blogspot.kr/2011/02/famous-korean-tea-ceremony.html


Στο απαστράπτον λόμπι με τα γυαλιστερά λευκά μαρμάρινα δάπεδα κάποιος από ένα μαονένιο έδρανο προσφωνεί κάποιους άλλους, που ολοφάνερα γρι δεν καταλαβαίνουν απ' τη γλώσσα, όμως χαμογελούν με αμήχανη ευγένεια και υποκλίνονται βαθιά, κι έχουν μαζευτεί σχεδόν κι όλοι οι παλιοί γνωστοί, από ό, τι βλέπω, κρατούν ωστόσο όλοι κολλημένες τις πλάτες τους στον τοίχο σαν να φοβούνται πραγματικά για τη ζωή τους, αλλά στο μέσον της αίθουσας βαστάει σταθερά η κραταιά ελπίδα ενός πλούσιου μπουφέ με ασημικά, με ωμούς γόνους χταποδιών, με ωμούς πλοκάμους, με ωμά χτένια και μυξωτά θαλασσινά σαλιγκαράκια, και με άλλες τραγανές κι ακατανόμαστες χαρές, κι αμάν, είναι οι περισσότεροι και νεότεροι κανονικότατα καλοντυμένοι, και να τα σάρια, να τα ψευδο-κιμονά, να κι οι μαντήλες και τα σκούρα κοστούμια κι οι φανταιζί γραβάτες, να και τα κινέζικα κεντητά μεταξωτά,  μα ο βαρύς Ούγγρος κοντά στην πόρτα φοράει γκρίζα φόρμα γυμναστικής και πόσο χαίρομαι που δεν είμαι η μόνη με τζιν και πρωινό πουλόβερ, και να και η τσαχπίνα η Βραζιλιάνα που σκάει ξαφνικά σε κάτι απίστευτα βροντερά γέλια με κάτι αδιάφορο, κλείνουν εσπευσμένα τα λογίδρια, δίνεται το σωστό σύνθημα και προσανατολίζονται όλοι κατευθείαν στην ουσία, το ξαφνικό κροτάλισμα από τα πιάτα και τα μεταλλικά μαχαιροπήρουνα θυμίζει τώρα κανονικά γειτονικό πατσίνκο σε  ώρα αιχμής, άφθονο ρέει το κόκκινο κρασί, ναι, είναι πια μόδα το κρασί κι εδώ, και όλοι γεμίζουν μακάριοι ένα ψηλό ποτήρι, κι εκείνη τη στιγμή ακριβώς με πλησιάζει η Σιβηριανή μου φίλη με άδειο βλέμμα, με πιάνει από το μπράτσο, μου λέει "τα 'μαθες;" "τι να μάθω;" της απαντώ με ένα στιγμιαίο σφίξιμο, "χτες απολύσανε και την Αγάπη" ψιθυρίζει, και μένω ακίνητη, με την Αγάπη μιλούσαμε  μόλις πριν δέκα λεπτά στο τηλέφωνο, μου είπε ότι ήταν στο κέντρο με τον Ιβάν, άκουγα κάτι ξένες φωνές και αυτοκίνητα, δεν θάρχονταν καθόλου εδώ, δεν ήθελαν, δεν προλάβαιναν, δεν κατάλαβα καλά, θα συναντιόμασταν, είπαμε, αργά το βράδυ σπίτι μου, είχε κάτι παράξενο η φωνή της, τίποτα άλλο δεν ειπώθηκε ωστόσο.


http://www.wikipaintings.org/en/max-beckmann#supersized-featured-259801
 

Είμαι επιπλέον θαμπή και ταλαιπωρημένη όλη μέρα στο πόδι απ΄το πρωί, απομακρύνομαι διακριτικά από τον μπουφέ, μέσα το ασανσέρ στέλνω δυο πεταχτά φιλιά στη Σιβηριανή μου φίλη που έχει κανονικά κλατάρει από το σοκ και πάει να κοιμηθεί,  και πάω κι εγώ σπίτι μου να βγάλω τα δικά μου κρασιά από το ψυγείο.  Αργά τη νύχτα έρχονται ήσυχα οι φίλοι κρατώντας φρέσκους λωτούς, φράουλες και ένα κουτί σοκολατάκια, να πιούμε για τον αποχωρισμό μας, στην υγειά του πάγου. Η Αγάπη μας περιγράφει τρυφερά με τα σπαστά αγγλικά της πώς σκέφτεται να οργανώσει την πολλοστή της διηπειρωτική μετακόμιση, τα νέα σχέδια της ζωής της, τη νέα της δουλειά που σίγουρα θα είναι πιο ενδιαφέρουσα, το νέο της σπίτι, τους παλιούς φίλους που την περιμένουν με ανυπομονησία στην πατρίδα, λιγάκι πιο δυνατά και νευρικά ωστόσο τσιτώνει ξαφνικά η φωνή της και το γέλιο της, ο Ιβάν απαριθμεί με ένταση πόσες άγνωστες επιγραφές σε κυριλλική και γλαγολιτική γραφή υπάρχουν σε παλαιές μονές των Βαλκανίων που πρόκειται να επισκεφθεί και να ξεκινήσει την πολυπόθητη επιτόπια έρευνα του, και μια στιγμή πηδά αναπάντεχα η κουβέντα στο σιβηριανό γάτο της κόρης του, που είναι λέει θεόρατος σαν σκύλος και τον βγάζουν περίπατο στο δρόμο με λουράκι και είναι περίεργο, ε, ναι, περίεργο όμως είναι που κι εμείς τόσον καιρό πάμε καθημερινά περίπατο μέσα από το δάσος, στο ίδιο μέρος, στον ίδιο δρόμο, τις ίδιες ώρες, μόνοι κι υπάκουοι χωρίς λουράκι, και βάζουμε ξαφνικά τα γέλια, και ωχ, του τραβάει μια σουβλιά το στραμπουληγμένο πόδι του Ιβάν, τον έβγαλε κι αυτόν σακάτη μια ατυχία στο ντότζο μόλις δυο μήνες πριν φύγει κι αυτός οριστικά πια από εδώ, αλλά κανείς απόψε δε θέλει να φύγει, τα απομεινάρια της ημέρας μαζεύονται αργά - αργά πάνω στις ώρες της ανάποδης γιορτής.

Απ΄το ελάχιστα ανοικτό παράθυρο μπαίνουν  κανονικά ο ψόφος και ο θόρυβος.

Έφτασε σχεδόν ξημέρωμα. Στο μαύρο χαμηλό τραπέζι άδεια μπουκάλια, και ποτήρια άδεια, κι άδεια χρυσόχαρτα, και άσπρα κεριά, σβηστά, μισολιωμένα. Είναι κάτι φτηνά χοντρά κεριά, κι αυτά τώρα τυχαία μας βρέθηκαν, γιατί τα άλλα, τα φίνα και αρωματικά, έχουν καιρό πια καεί και σβήσει. Θα φύγουν λοιπόν κι οι δυο μαζί οι φίλοι μου με τον καινούργιο χρόνο. Του χρόνου εκείνοι θα βρεθούν και οι δυο τους πίσω στις πατρίδες τους, κι ας μην το ήθελε κανείς τους. Κοιτάζω αφηρημένα στον τοίχο ένα κινέζικο ιδεόγραμμα. Δεν διάβαζεται, ούτε εξηγείται, έχει ενσωματωθεί πια με τον τοίχο ως δομικό υλικό σιωπής, δεν ξεκολλιέται πια, καλύτερα, ας μένει κάτι ξάγρυπνο όταν πια θα αποσυρθούμε και θα αποκοιμηθούμε όλοι. Σβήνω τα φώτα. Από το μισάνοικτο παράθυρο ακούγεται πάλι απόψε το απόκοσμο νυχτερινό ουρλιαχτό αυτού του παράξενου ζώου, που όλοι το πρωί μιλούν γι αυτό με τρόμο, κι άλλοι λένε ότι είναι πεινασμένο τσακάλι, άλλοι αγριεμένη αλεπού, και άλλοι φάντασμα.

Κανένας δεν τολμά καν να φαντασιωθεί εκείνον τον μεταλλαγμένο αόρατο  θίασο, εκείνου του Αντώνιου...




Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Shuilongyin - On Riverside Tower at Jiankang, by Xin Qiji (1140-1207)





 "Shuilongyin" is a masterpiece ci poem ( ci poems were written to be sung) of Xin Qiji, a great patriot and master soldier poet, who was adept at intergrating literary allusions in his ci poems and expressed his feelings quoting extensively from Comfucian classics, historical books, the works of the various schools of thought during the period from Pre-Qin to the early Han Dynasty, elegies of Chu as well as Li Bai and Du Fu's poems. Some of the most quoted melancholic lines of his poetry are shown below:


In days when I was young and didn't know the taste of sorrow
    I like to climb the storied tower,
    I like to climb the storied tower;
To write the latest odes I forced myself to tell of sorrow.

Now that I understand the taste of sorrow altogether
    I would like to tell, but stop,
    I would like to tell, but stop;
Instead I say, 'What a cool day!
Such lovely autumn weather!'


(Tr. A. Ayling & D. Mackintosh)






 "Shuilongyin"

The southern sky for miles and miles in autumn dye
And boudnless autumn water spread to meet the sky.
I gaze on far-off northern hills
Like spiral shells or hair decor of jade,
Which grief or hatred overfills.
Leaning at sunset on balustrade
And hearing a lonely swan's song,
A wanderer on southern land,
I look at my sword long,
And pound all the railings with my hand,
But nobody knows why
I climb the tower high.

Don't say for food
The perch is good!
When west winds blow,
Why don't homeward go?
I' d be ashamed to see the patriot,
Should I retire to seek for land and cot.
I sigh for passing years I can't retain;
In driving wind and blinding rain
Even an old tree grieves.
To whom then may I say
To wipe my tears away
With her pink handkerchief or her green sleeves? 



(Yao Dan, Chinese Literature, From the Book of Songs to A Dream of Red Mansions, Translated by Li Ziliang, Li Guoqing & Zhao Feifei, China International Press, 2008)

 



 

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Βροχερό σινεμά




Το 18ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της νοτιοκορεατικής πόλης Μπουσάν, ένα από τα σημαντικότερα σινε-φεστιβάλ της Ασίας, έχει ξεκινήσει από την προηγούμενη εβδομάδα και καλά προχωρεί.




Καλλιτεχνικός κόσμος πολύς κι αναμαλλιασμένος λόγω του ξέφρενου φθινοπωρινού αέρα, περιφερόταν το περασμένο σαββατοκύριακο στο υπερσύγχρονο κέντρο της παραθαλάσσιας πόλης,




στη μεγάλη παραλία Χεουνταέ (όπου απαγορεύεται αυστηρά το κάπνισμα στην αμμουδιά),




αλλά και στα μαγαζάκια γύρω από τη φημισμένη ψαραγορά της, για να απολαύσει φρέσκια καλλιτεχνική δημιουργία και φρέσκα θαλασσινά.




 Όλοι υποκλίνονταν ακατάπαυστα σε όλους πάνω στα κόκκινα χαλιά, μυριάδες άνθρωποι μπαινόβγαιναν σε σκοτεινές θαυμάσιες αίθουσες, και μυριάδες κάμερες πλαγιοκοπούσαν μια ελαφριά κουρασμένη από τον ασύλληπτο ψηφιακό ίλιγγο εξπρεσσιονιστική σινε-πανήγυρη.





Ταινίες, ταινίες, ταινίες από όλο τον κόσμο...




Οι δυο μοναδικές ταινίες που πρόλαβα και είδα στο φεστιβάλ (καθώς όλα κάπως ξεθύμαναν όταν από πολύ νωρίς επαληθεύτηκε ότι το Moebius του Κιμ Κι Ντουκ ήταν sold out)  είχαν κι οι δυο θέμα τους την αυτοκτονία. 
Η μια ήταν ένα αδρό γερμανικό δράμα, το Arne's Legacy, από μια μάλλον πελαγωμένη Ευρώπη που παιανίζει με λίγο πιο μαραμένο βαγκνερικό τέμπο την επιστροφή στις ρίζες της χαμένης τιμής της αγίας δυτικοευρωπαϊκής οικογένειας.




Η άλλη ήταν βεβαίως ιαπωνέζικη, από έναν όμως ολίγον φλύαρο στην πάντα μαγική καλλιγραφία του Κιγιόσι Κουροσάβα, που αποδομεί το άγιον Ασυνείδητο εξορκίζοντας το στη μορφή ενός ...πλησιόσαυρου!





 (Ποιος όμως ξεπερνά αβασάνιστα την αριστουργηματική Tokyo Sonata του στην εποχή μας;)



Μου φάνηκαν πάντως κι οι δυο ταινίες συνεπέστατες στις καταβολές τους και στις κοινωνικές απεικονίσεις της εποχής μας. Κι οι δυο ταινίες στο τέλος εξυμνούσαν τη νίκη της ψυχικής υγείας και της αξίας της ζωής.

 Γι αυτό μετά πήρα το λεωφορείο της γραμμής και ανέβηκα στο κοντινό βουνό, όπου μέσα σε ένα πυκνό δάσος από ασιατικά πεύκα, γιγάντιες καμέλιες και θηριώδη μπαμπού βρίσκεται προστατευμένο το μυστικό θρησκευτικό παρατηρητήριο της παραθαλάσσιας πόλης, ένα από τα πιο φημισμένα παλιά μοναστήρια της γενεαλογίας των Ζεν δασκάλων της χώρας.



Εκεί ψηλά ανθούσε από το 678 μ.Χ. και για πολλούς αιώνες, μέχρι και σήμερα ακόμη, η λαμπρή ασκητική κοινότητα των ατάραχων βουδιστών μαχητών/μοναχών, που λόγω της στρατιωτικής σημασίας της τοποθεσίας του ιερού κοινοβίου τους, σε καιρούς χαλεπούς κι ανάποδους ζώνονταν τις σπάθες τους και, ατάραχοι πάντα και με σταθερή πίστη στη ψυχική υγεία και στην αξία της ζωής κι αυτοί, πελεκούσαν ανελέητα είτε τους αλαζονικούς πειρατές είτε τους αιμοβόρους εισβολείς κατακτητές. Η πιο χαρακτηριστική απόκρουση εχθρού ήταν αυτή των Ιαπώνων στρατιωτών, που εισέβαλαν στο Μπουσάν υπό τον νταϊμιό Τογιοτόμι Χιντεγιόσι (που είχε μεν στόχο του την εισβολή στην Κίνα, αλλά εξαιτίας του οι γείτονες της μαρτύρησαν από το 1592 έως το 1598), κι έγινε από τον εβδομηντάχρονο ηγούμενο Σεοσάν, άνθρωπο ασκητικότατο και φημισμένο για τη σοφία του δάσκαλο του Ζεν, ο οποίος με ορμητήριο το μοναστήρι υπεράσπισε δυναμικά την περιοχή μαζί με τους 700 σχεδόν άοπλους, αλλά καλά εκπαιδευμένους στην πολεμική τέχνη Σονμουντό (Σον είναι η κορεατική ονομασία του Ζεν) μοναχούς του.






Τα ιερά κειμήλια που φυλάσσονταν στο ...αφύλακτο βουδιστικό μουσείο της μονής ήταν πραγματικά μοναδικής ομορφιάς και ιστορικής αξίας, αν εξέλειπε και η σουρεαλιστική μουσική υπόκρουση των Μπητλς σε σοφτ διαλογιστική εκδοχή, θα έμπαινα κι εγώ σε κάποιον πειρασμό να δω με λιγότερο αντιδραστική ματιά τη ψυχική υγεία και τη ζωή γενικότερα. Πάντως στην έξοδο από το μοναστήρι δεν υπήρχαν τα γνωστά μικρομάγαζα με είδη ευλαβείας, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση αυτό, μόνο δυο μοναχοί επιστατούσαν σιωπηλοί ένα μποστάνι και μερικές ευγενικά προφυλαγμένες με παραβάν οικοδομικές εργασίες αναστύλωσης των ιερών χώρων.





Στην ψαραγορά ολοκληρώθηκε η φεστιβαλική εξόρμηση, κι ενώ κάτω από τις τέντες τους οι ψαράδες κακοποιούσαν χιλιάδες  δυστυχισμένα καβούρια σε σωρούς από ροκανίδια για να γίνουν βρώσιμα κι ευπώλητα,





στη μεγάλη του δρόμου σκηνή με τα βροντερά ηχεία χορεύτριες λικνίζονταν με κάτι  σπασμούς τόσο σπαρταριστούς






που τάραζαν το στομάχι μου πολύ περισσότερο από τις αρμονικές επιταχύνσεις του τρένου KTX, το οποίο μας έφερε σε δύομισι ώρες στην πρωτεύουσα χωρίς να μας βγει κανένα θαλασσινό από τη μύτη.





Δε σταμάτησε ούτε μια στιγμή να βρέχει το πρώτο αυτό σαββατοκύριακο το φετινού Οκτώβρη.
 Ακουμπώντας το μέτωπο μου στο παράθυρο του τρένου έβλεπα το υγρό νυκτερινό τοπίο να τραβιέται στα όρια του από την ταχύτητα, και σκεφτόμουν την ονειρική ασιατική πραγματικότητα να συμπυκνώνεται ολόκληρη σε δυο μόνο προτάσεις της τραγικής ηρωίδας του Κουροσάβα:  




Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Καλύτερα

Επειδή ο κόσμος δεν είναι τόσο μικρός όσο συνηθίζουμε να τον αποκαλούμε, κι αυτό γίνεται αισθητό στη χαοτική δραστηριότητα να προλαβαίνεις και να παρακολουθείς παράλληλα τις τόσες πολλές "αποφάσεις" του πνεύματος, όπως χαρακτήριζε τα θαυμαστά πνευματικά νέα πράματα ο μεγάλος απών Ν. Κονδύλης, κάθε κουραστικό ταξίδι πήγαινε - έλα γύρω από τη γη παραμένει μια νέα οδυνηρή απόφαση αυτοσυντήρησης, ω, ναι,συμφωνώ.



Το καλοκαίρι αυτό ήταν ωραίο στην Ελλάδα, φιλόσοφοι και φιλοσοφούντες από κάθε γωνιά της γης αποφάσισαν να αφήσουν τις γωνιές τους και να γεμίσουν κάθε γωνιά της αυγουστιάτικης Αθήνας, ο παλιός  αγαπημένος δάσκαλος Κωσταντίνος Βουδούρης, που βαθιά όλους μας ενέπνευσε, άξιζε όχι μόνο όλο το  θερμότατο χειροκρότημα στο Ηρώδειο, αλλά τιμή παναθηναϊκή για όλες τις ωραίες ημέρες που η πόλη δεν θύμιζε πια μόνο το νεότερο ευρωπαϊκό Κολοσσαίο, αλλά ξανά αυτό για το οποίο η αρχαιότερη  "απόφαση"της  εξέλιξε την παγκόσμια ιστορία του πνεύματος. 

Το Σούνιο ήταν πάντα ανεμοδαρμένο στο ύψος του, και οι αχινοί στην παραλία του δεν τσίμπησαν και φέτος καμιά φτέρνα νυχτερινών κολυμβητών από μέρη μακρινά που δεν αναγνωρίζουν την επικινδυνότητα των ύπουλων ρηχών νερών κάτω από τους ιερούς ναούς στο σεληνόφωτο. 


 Ο Παρθενώνας καταφωτογράφηθηκε κανονικότατα και φέτος από εκατομμύρια πολυεθνικούς προσκυνητές ατάραχος πίσω από τον γιγάντιο καλοβαλμένο γερανό του, ώστε τα 12 ευρώ του πλήρους εισιτήριου του αρχαιολογικού μας θησαυρού να αξίζουν και κάποια παραπάνω αισθητική εξτραβαγκάντζα, σαν πόλη που πάντα τόλεγε η καρδούλα της σε αυτά, στην  Αρχαία μας Αγορά  με περισσή συνέπεια ήχησε η σφυρίχτρα στις 14.55 ντάλα του Αυγούστου να τσακιστούν να βγουν όξω από τον ιερό χώρο τα άγρια της Μπαρμπαριάς, όσα είδανε - είδανε με 12 ευρώ, άντε και πολλά τους είναι, οι πολυεθνικοί προσκυνητές υπάκουσαν αφημένοι στα πρώτα αθώα  σκιρτήματα μιας ελαφράς ηλίασης, χαρά μεγάλη για τις εθνικές μπάμιες του μεσημεριού και τη σιέστα, κι ας μη χυδαιολογούμε συνεχώς και καθωσπρέπει καλοκαιριάτικα μόνο για τα μισθά και τα ωράρια.




Το Θησείο πάντα μια νοσταλγία εστίας, "εδώ είναι ο ρίζες μας", εξηγώ με ελληνικότατη προφορά στους πολυεθνικούς απογόνους, λες και μιλώ για μια συμβολική Κολχίδα, η ωραία Αθηναία κυρία Ζωή μας τρατάρει ολοζώντανη παλαιοαθηναϊκή ζωή στο ψηλοτάβανο σαλόνι της, ο μικρός Ερμής νιώθει μια τρομερή εσωτερική αναστάτωση με όλα αυτά, σέρνει πάνω στο παλαιό παρκέ το άγος του για τα άβγαλτα ακόμη τότε δόντια του, και πριν ξεναγηθεί στην πήχτρα από τουρίστες ομώνυμη αθηναϊκή οδό, προλαβαίνει και τρώει συγκινημένος το πρώτο του καϊμάκι στην πλατεία, λίγα μέτρα πιο πέρα από εκεί ακριβώς που πριν λίγα χρόνια κάθησε κι έφαγε ευτυχής το τελευταίο του ο προ-προγονικός Οιδίποδας των μισών του γονιδίων.

Και η Πλάκα πάντα να ανασαίνει ευγενικά μαζί με όλα τα πάθη μας, η μητρίδα Πλάκα, με τα ιαματικά της χρώματα και στρώματα της γης, με  τα σούσι της,  με τα ρακόμελα της και τα τζατζίκια της, και με τις φλέβες μας να βαράνε ταμπούρλα τις καλύτερες από όλες τις αποτυχίες μας.




Δεν πρόλαβα να ζήσω άλλη Αθήνα το φετινό καλοκαίρι.
Μετά έφυγαν όλοι αυτοί οι πολυθενικοί επισκέτες της πόλης, και ήρθαν άλλοι, κι εμείς φύγαμε πάλι από εκεί, κι ήρθαμε ως "οι άλλοι" πάλι εδώ, και εδώ μας καταπλάκωσε αμέσως η ζέστη και οι ιδρώτες των αποξεχασμένων μουσώνων, το απόρθητο ζεν, οι συριγμοί των σπαθιών και το βαρύ κάρμα μας, και τώρα νοσταλγώ να μπορούσα να ήμουν μόνο για λίγο ξανά εκεί σαν έμαθα, σήμερα μόλις, για τη φθινοπωρινή έκθεση του Νίκου Ναυρίδη στην Ελευσίνα, που αποφάσισε κι αυτός να τον ξορκίσει τον επερχόμενο χειμώνα της ευρω-ρωμαιο-αθηναϊκής αρένας, στήνοντας το έργο του, αυτό που δεν θα αξιωθώ να δω, με φυτεμένα στάχυα πάνω στον  εξοντωντικά ελπιδοφόρο "χρησμό" του Μπέκετ:

  "Ever tried. Ever failed. No matter. Try again. Fail again. Fail better."