Ο Μάστερ κυνηγάει ξυπόλητος ένα τεράστιο κουνούπι με μια βίτσα από μπαμπού. Είναι ένα κουνούπι με αφύσικα μεγάλα πόδια, μοιάζει σαν αράχνη. Του λέω "Θα το σκοτώσεις;" δεν μου απαντάει, πηδάει ξαφνικά στον αέρα, του δίνει μια βιτσιά, πάει το κουνούπι. Θυμάμαι μια παλιά νεανική ταινία, νομίζω το πρώτο Καράτε Κιντ, που ο μάστερ είχε σκοτώσει μια μύγα με τα τσόπστικς.
Είναι βράδυ και κάνει ζέστη. Μερικά τέτοια μεγάλα κουνούπια μπαίνουν στα δωμάτια με φως τις ζεστές νύχτες που μετά φέρνουν βροχή. Κοιτάζω μια στιγμή έξω από το παράθυρο του ντότζο. Ησυχία στον σκοτεινό δρόμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν φύγει από την πόλη για το τριήμερο των Βουδούγεννων, λίγα παιδιά μόνο έχουν μείνει και περιφέρονται μεθυσμένα κάνοντας οκτάρια.
Έχει ζεστή υγρασία.
Ο Μάστερ, που βαριέται λίγο καθώς εμείς εξασκούμαστε ξεφυσώντας κι επαναλαμβάνοντας μια δύσκολη άσκηση, μας βάζει για μουσική υπόκρουση σιγανά την "Αγια Νύχτα".
"Silent Night, Holy Night..."
Ανεβοκατεβάζουμε καταϊδρωμένοι τα σπαθιά μας και ακούμε το παράλογο.
Αύριο έχουμε επισήμως Βουδούγεννα.
"...all is calm, all is bright..."
Δεν σκέφτομαι τίποτε από τη σημερινή ημέρα.
Η σκέψη σήμερα φόρτωσε κανονικά από το πρωί Αθήνα, Δαμασκό, Αθήνα, Αντίς Αμπέμπα, Αθήνα, Λονδίνο, Αθήνα, Πρετόρια, Αθήνα, Μαπούτο, Αθήνα, Όσλο, Αθήνα, Σεούλ, Αθήνα...
Φόρτωσε, και στη συνέχεια αναποδογύρισε δεόντως.
Τι παραπάνω μπορεί, λοιπόν, να κάνει μια αναποδογυρισμένη ακουστική πραγματικότητα σε μια καθημερινά επιμελώς αναποδογυρισμένη σκέψη;
Δεν θέλω ωστόσο να μάθω να σκοτώνω μύγες με τσόπστικς.
Θέλω να μιλήσω στον Μάστερ για την ολοκλήρωση του κύκλου του σπαθιού. Να του πω ότι αν μετά τη μάχη έχεις καταφέρει να χάσεις το φως σου, μετά είναι ένα πρόβλημα η τύφλωση, το να μη βρίσκεις στόχο με το βαρύ σπαθί στο χέρι. Κι ότι έχει έρθει η ώρα της ανατρεπτικής ακινησίας. Και ότι γι αυτό θα αρχίσω μαθήματα τοξοβολίας.
Αλλά ξαφνικά μετανιώνω και δεν του λέω τίποτε.
Ο Μάστερ αμίλητος με κοιτάει βλοσυρά και με διαβάζει, κι επειδή έχω ξεχάσει τα γυαλιά μου, κι επειδή καθώς σκύβω να φορέσω τις κάλτσες μου δε βλέπω παρά μια θολούρα, με πλησιάζει με τη βίτσα υψωμένη και μου δίνει ένα κομμάτι χαρτί τουαλέτας, από αυτά που κόβει στον αέρα με το σπαθί, για να καθαρίσω τα μάτια μου.
"Θα πάτε αύριο στο ναό;" ρωτάει στο τέλος.
Οι άλλοι του μιλούν για τα κοντινά ταξίδια που έχουν κανονίσει.
Μου ρίχνει μια ματιά.
"Όχι Μάστερ, θα μείνω και τις τρεις μέρες μέσα στο σπίτι", του λέω.
"Μμμ", μουγκρίζει εγκρίνοντας με τα φρύδια, και με μια βραχνή καληνύχτα ξαναχώνεται σέρνοντας τα φαρδιά του πολεμικά παντελόνια στο άδειο ντότζο.
Κατεβαίνουμε ιδρωμένοι τις σκάλες, ανοίγουμε τη γυάλινη πόρτα και βγαίνουμε στο υγρό σκοτάδι της αναποδογυρισμένης μαγιάτικης Παραμονής μαζί με τα τελευταία λόγια του γενέθλιου παράλογου:
"...Sleep in heavenly peace, Sleep in heavenly peace."






























